Ο όρος "τραπ" αρχικά αναφερόταν σε μέρη όπου πραγματοποιούνταν διακινήσεις ναρκωτικών.
Η Trap είναι μουσικό υποείδος που δημιουργήθηκε κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τις αρχές της δεκαετίας του 2000 από το χιπ χοπ του Αμερικανικού Νότου (Ατλάντα, Τζόρτζια). Χαρακτηρίζεται από τους απειλητικούς της στίχους και ήχο που ενσωματώνει μισές ή τριπλές διαιρέσεις του χρόνου με hi-hat, βαριά μπάσα και έγχορδα χάλκινα. Τα τελευταία χρόνια έχει ενσωματωθεί με την ηλεκτρονική χορευτική μουσική (EDM) από καλλιτέχνες που έχουν κάνει ρεμίξες και έχουν δημιουργήσει τραγούδια τραπ με χαρακτηριστικά που μοιάζουν περισσότερο στην EDM.
Διάσημοι καλλιτέχνες που η μουσική τους βασίζεται στην Trap μουσική είναι παραγωγοί όπως οι: Metro Boomin, TM88, 808 Mafia, Southside, Sonny Digital και Young Chop. Διάσημοι ραπερ είναι οι: Chief Keef, Big Sean, Migos, Drake, Fetty Wap, 2 Chainz, Lil Wayne και πολλοί άλλοι.
Στην Ελλάδα, η Trap χρησιμοποιείται από καλλιτέχνες των δισκογραφικών εταιρειών Capital Music, OffBeat Records, Jungle Juice, ATH Records, Mad House Records, Trapsion Entertainment, Black Phone Entertainment, Black Money Records, Crime Records Incorporation, NorthLine Studio, Balkan Records, Panik Records Entertainment και Lemon Music. Κάποιοι πολύ γνωστοί από αυτούς είναι ο Trannos, ο Light, ο Snik, ο TOQUEL, ο Υποχθόνιος, ο MadClip, οι ATC Family κ.ά..
Moneybagg Yo -Taboo Miani https://youtu.be/iAgp-a5lTZ4?si=HfSDR4rdaIfXSsBg
Η reggaeton είναι είδος μουσικής το οποίο αναπτύχθηκε από την τζαμαϊκανή ρέγκε και τη hip-hop μουσική. Πρόκειται για ένα σχετικά νέο είδος μουσικής. Υπάρχουν δύο υπάρχουσες εκδοχές για την προέλευση της ρεγκετόν. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι προέρχεται από τον Παναμά, ενώ άλλοι διαφωνούν και υποστηρίζουν ότι αυτό το μουσικό είδος προέρχεται από το Πουέρτο Ρίκο, από όπου μάλιστα κατάγονται και οι περισσότεροι ερμηνευτές της. Αυτό το μουσικό είδος διευρύνθηκε πολύ γρήγορα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής όπως η Δομινικανή Δημοκρατία, το Περού, η Βενεζουέλα, η Κολομβία, το Μεξικό, η Κούβα και η Νικαράγουα. Τα τελευταία χρόνια εξαπλώθηκε και στην κεντρική Αμερική και ιδιαίτερα στις πόλεις με μεγάλο πληθυσμό Λατίνων, όπως η Νέα Υόρκη και τοΜαϊάμι. Στις μέρες μας η ρεγκετόν είναι ευρέως γνωστή στις περισσότερες από τις ισπανόφωνες χώρες και τώρα αρχίζει να διαδίδεται και στην Ευρώπη.
Οι πρώτοι ήχοι, οι οποίοι θυμίζουν τη μοντέρνα ρεγκετόν, εμφανίστηκαν στις ντίσκο του Πουέρτο Ρίκο ανάμεσα στο 1994 και 1998. Πρωτοπόρος της hip-hop ήταν ο Vico C, ο οποίος ερμήνευσε ραπ σε συνδυασμό με τζαμαϊκανή μουσική. Στο Πουέρτο Ρίκο αρχικά αποκαλούσαν τη ρεγκετόν "Under". Αυτό κυρίως οφειλόταν στους χυδαίους στίχους και στην αγοραία γλώσσα και επίσης επειδή συνήθως εξαπλώνονταν ταχύτατα ανάμεσα στους νέους. Αυτό βέβαια στην πορεία άλλαξε. Η ρεγκετόν είναι προκλητική και γεμάτη διαμαρτυρία. Oι Vico C Don Chezina, Daddy Yankee, Baby Rasta y Gringo, Guanabadas, Podako η Maico y Manue και οι CNCO ήταν ανάμεσα στους καλλιτέχνες που πρωτοπόρησαν στην ρεγκετόν. Σήμερα, οι πιο ευρέως γνωστοί καλλιτέχνες της μουσικής αυτής είναι οι Jbalvin, Don Omar, Wisin y Yandel, Tego Calderon, Romeo(Aventura) και Maluma. Στοιχεία ρεγκετόν έχουν στα τραγούδια τους και οι δύο πολύ δημοφιλείς λατίνες σούπερ σταρ, Τζένιφερ Λόπεζ και Σακίρα, καθώς και ο Luis Fonsi, που τον τελευταίο καιρό έχει γίνει διάσημος με το τραγούδι Despacito, με τον ράπερ Daddy Yankee.
Η έννοια "φολκ ροκ" αναφέρεται στην ανάμειξη στοιχείων της λαϊκής (φολκ) μουσικής και της ροκ μουσικής, που προέκυψε στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Το είδος πρωτοστάτησε από τους Byrds, οι οποίοι άρχισαν να παίζουν παραδοσιακή λαϊκή μουσική και τραγούδια του Μπομπ Ντίλαν με ροκ ενορχήστρωση, σε ένα στυλ επηρεασμένο σε μεγάλο βαθμό από τους Beatles και άλλα βρετανικά συγκροτήματα. Ο όρος "φολκ ροκ" επινοήθηκε αρχικά από τον μουσικό Τύπο των ΗΠΑ για να περιγράψει τη μουσική των Byrds τον Ιούνιο του 1965, τον μήνα που κυκλοφόρησε το άλμπουμ ντεμπούτου του συγκροτήματος. Ο Ντίλαν συνέβαλε επίσης στη δημιουργία του είδους, με τις ηχογραφήσεις του να χρησιμοποιούν ροκ ενορχήστρωση στα άλμπουμ Bringing It All Back Home, Highway 61 Revisited και Blonde on Blonde.
Με μια ευρύτερη έννοια, το φολκ ροκ περιλαμβάνει παρόμοια εμπνευσμένα μουσικά είδη και κινήματα σε διάφορες περιοχές του κόσμου. Το φολκ ροκ μπορεί να κλίνει περισσότερο είτε προς το φολκ είτε προς το ροκ όσον αφορά την ενορχήστρωση, την εκτέλεση, το φωνητικό στυλ και την επιλογή του υλικού. Ενώ το αρχικό είδος βασίζεται στη μουσική της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, δεν υπάρχει σαφής οριοθέτηση όσον αφορά τις πιθανές μουσικές επιρροές από άλλους πολιτισμούς.
Τα 5 καλύτερα ελληνικά folk rock (ή σλόου ροκ) κομμάτια
Μ' αεροπλάνα και βαπόρια (Σωτηρία Μπέλλου - Διονύσης Σαββόπουλος)
"Τα Φάντος είναι ένα μοναδικό μουσικό είδος που έχει ταυτιστεί με την ιστορία της Λισαβώνας. Τα Fados ξεκίνησαν ως ένα κράμα Πορτογαλλικής και Βραζιλιάνικης μουσικής που ακουγόταν στα σαλόνια της αριστοκρατίας. Στην πραγματικότητα όμως δημιουργήθηκαν στις φτωχολογιές της Λισαβώνας, στα μπαρ όπου μαζεύονταν οικογενειάρχες, ναυτικοί, ιερόδουλες και λαθρέμποροι. Η μουσική και οι στίχοι των τραγουδιών είναι μελαγχολικό και κάθε τραγούδι αφηγείται μια ιστορία, ιστορία για ανεκπλήρωτο έρωτες, για ταξίδια, για θάνατο, για πόθους και καταστροφές." Τάσος Δούσης
Φάδο, που στα πορτογαλικά σημαίνει μοίρα ή πεπρωμένο, ονομάζεται ένα είδος μουσικής που εντοπίζεται τη δεκαετία του 1820 στην Πορτογαλία, σίγουρα όμως είχε παλαιότερες ρίζες. Η μουσική έχει σχέση με την πορτογαλική λέξη saudade, μια από τις δυσκολότερες λέξεις προς μετάφραση: είναι ένα είδος προσμονής, αλλά κι ένα μείγμα νοσταλγίας, λύπης, πόνου, ευτυχίας και αγάπης.
Υπάρχουν δυο κύριες παραλλαγές της μουσικής φάδο, τα φάδο της Κόιμπρα, που είναι πιο εκλεπτυσμένα, και τα φάδο της Λισαβόνας, που είναι και τα δημοφιλέστερα. Τα παραδοσιακά φάδο της Κοΐμπρα προέρχονται από τις ακαδημαϊκές παραδόσεις του πανεπιστημίου της πόλης. Τραγουδιούνται μόνο από άνδρες, οι οποίοι είναι γενικά ντυμένοι στα μαύρα, όπως κι οι μουσικοί, καθώς είναι το παραδοσιακό ακαδημαϊκό ένδυμα. Το φάδο της Λισαβόνας τραγουδιέται τόσο από άνδρες όσο και γυναίκες σε δημόσιους χώρους ή σε casas de fado, ενώ είναι πιο χαρούμενο από τα φάδο της Κόιμπρα.
Η πρώτη μεγάλη τραγουδίστρια φάδο ήταν η Μαρία Σεβέρα, που έζησε στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Κατά τις δεκαετίες του '20 και του '30, μια σειρά ηχογραφήσεων φάδο της Κόιμπρα έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής. Οι κιθαρίστες Αρτούρ και Κάρλος Παρέδες, πατέρας και γιος, έγιναν πρωτοπόροι αυτού του είδους στην πορτογαλική δωδεκάχορδη κιθάρα.
Πριν ο όρος αποκτήσει τη σημερινή αρνητική σημασία του night club για ενήλικες, τα καμπαρέ υπήρξαν στην αρχή εκλεπτισμένά κέντρα διασκέδασης, μία μορφή θεατρικής ψυχαγωγίας με μουσική, χορό, τραγούδι, υποκριτική, απαγγελία από γυναίκες καλλιτέχνιδες ή και άντρες καλλιτέχνες. Μπορούσαν να περιελάμβαναν όμως και διασκεδαστές, μίμους και ταχυδακτυλουργούς.
Τα καμπαρέ είχαν εμφανιστεί στη Γαλλία και πιο συγκεκριμένα στο Παρίσι τουλάχιστον από τα τέλη του 15ου αιώνα. Αυτά διέφεραν από τις ταβέρνες γιατί μπορεί να σέρβιραν και αυτές φαγητό και κρασί, τα τραπέζια όμως ήταν καλυμμένα με ένα πανί και η τιμή χρεωνόταν από το πιάτο και όχι από την κούπα ενώ βασικός στόχος ήταν και η ψυχαγωγία παρότι μουσική συχνά υπήρχε και στις ταβέρνες. Από νωρίς, τα καμπαρέ θεωρούνταν ανώτερα από τις ταβέρνες. Τον 17ο αιώνα, εμφανίστηκε μια σαφέστερη διάκριση όταν οι ταβέρνες περιορίζονταν στην πώληση κρασιού και αργότερα στο σερβίρισμα ψητού κρέατος. Τα καμπαρέ χρησιμοποιούνταν συχνά ως τόποι συνάντησης συγγραφέων, ηθοποιών, φίλων και καλλιτεχνών. Συγγραφείς όπως ο Λαφονταίν, ο Μολιέρος και ο Ρακίνας ήταν γνωστό ότι σύχναζαν σε ένα καμπαρέ που ονομάζεται Mouton Blanc στην rue du Vieux-Colombier και αργότερα στο Croix de Lorraine στη σημερινή οδό Bourg-Tibourg. Το 1773, Γάλλοι ποιητές, ζωγράφοι, μουσικοί και συγγραφείς άρχισαν να συναντιούνται σε ένα καμπαρέ που ονομάζεται Le Caveau στη rue de Buci, όπου συνέθεσαν και τραγούδησαν τραγούδια. Κατά το 18 αιώνα δημιουργούνται και τα περίφημα καφέ σανταν.
Το πρώτο καμπαρέ με τη σύγχρονη έννοια ήταν το Le Chat Noir στην μποέμ γειτονιά της Μονμάρτρης, που δημιουργήθηκε το 1881 από τον Rodolphe Salis, έναν θεατρικό πράκτορα και επιχειρηματία. Συνδύαζε τη μουσική και άλλη ψυχαγωγία με πολιτικό σχολιασμό και σάτιρα. Το Chat Noir έφερε κοντά τους πλούσιους και διάσημους του Παρισιού με τους μποέμ και τους καλλιτέχνες της Μονμάρτρης και της Πιγκάλ. Η πελατεία του «ήταν ένα μείγμα συγγραφέων και ζωγράφων, δημοσιογράφων και φοιτητών, εργαζομένων και κορυφαίων, καθώς και μοντέλων, ιερόδουλων και όσων αναζητούσαν εξωτικές εμπειρίες». Μέχρι το 1896, υπήρχαν 56 καμπαρέ και καφετέριες με μουσική στο Παρίσι, μαζί με μια ντουζίνα αίθουσες μουσικής. Τα παραδοσιακά καμπαρέ, με μονολόγους και τραγούδια και απλό ντεκόρ, αντικαταστάθηκαν από πιο εξειδικευμένους χώρους διασκέδασης. Κάποια ήταν καθαρά θεατρικά και καλλιτεχνικά ενώ κάποιοι επικεντρώθηκαν στο μακάβριο ή στο ερωτικό και το πορνογραφικό.
Μέχρι το τέλος του αιώνα, είχαν απομείνει παρά ελάχιστα καμπαρέ παλιού στυλ όπου συγκεντρώνονταν καλλιτέχνες και μποέμ. Το θρυλικό Moulin Rouge άνοιξε το 1889 από τον Joseph Oller. Τελικά το είδος "μετανάστευσε" στη Δανία το 1885, στη Γερμανία το 1901, στην Πολωνία το 1905, στη Βόρεια Αμερική το 1911, στη Βρετανία το 1912 ενώ στην Ελλάδα τα πρώτα καμπαρέ λειτούργησαν τη δεκαετία του '50.
Μια αναδρομή στην ιστορία του ελληνικού σατιρικού τραγουδιού από τα σκωπτικά αποκριάτικα, τον μελοποιημένο Αριστοφάνη και τα επιθεωρησιακά τραγούδια, έως τους σύγχρονους μας όπως οι Ζαμπέτας, Μποστ, ΛοΓό, Θέμης Ανδρεάδης, Χάρρυ Κλυνν, Γιώργος Μαρίνος, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Ηλίας Μεγαλούδης, Γιώργος Μπίλης, Τάσος Μπουγάς, Γιάννης Ζουγανέλης, Τζίμης Πανούσης, Λάκης Παπαδόπουλος, Δήμος Μυλωνάς, Παντελής Αμπαζής, Imiz ή τους Etsi De και τόσους και τόσους άλλους.
Top10:
"Ο Μανωλιός" (Ηλίας Μεγαλούδης)
"Μην τον λες Ηλία" (Ηλίας Μεγαλούδης)
"Να δεις που κάποτε θα μας πούνε και μαλάκες" (Γιάννης Μηλιώκας)
Η αστική λαϊκή μουσική είναι η μουσική έκφραση του αστικού πολιτισμού που άρχισε να δημιουργείται στην Ελλάδα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και καλύπτει περίπου ενάμιση αιώνα από 1850 μέχρι και σήμερα. Ο όρος χρησιμοποιείται για διάκριση από τα δημοτικά τραγούδια των μικρών επαρχιακών πόλεων και της αγροτικής υπαίθρου. Το αστικό τραγούδι διακρίνεται στις ενότητες: λαϊκό,ρεμπέτικο, έντεχνο και «ελαφρό». Στο αστικό τραγούδι εξετάζονται οι λαϊκοί δρόμοι, τα ρεπερτόρια, τα ξενόφερτα στοιχεία, οι ιδιωματισμοί, κ.ά. [1]
Στα αστικά κέντρα με έντονη ελληνική παρουσία (Πόλη, Σμύρνη, Σύρος, Ιωάννινα, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς) διαμορφώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα,ανάμεσα σε άλλα μουσικά είδη, και το ρεμπέτικο. Ως μετεξέλιξη του ρεμπέτικου θεωρείται το λαϊκό τραγούδι των δεκαετιών του 1950-1960, το οποίο συνεχίζει να ακούγεται και εξελίσσεται μέχρι και σήμερα. Στην δεκαετία του 1960 κάνει την εμφάνισή του και το έντεχνο τραγούδι, αρχικά με την έννοια της μελοποιημένης ποίησης και των "κύκλων τραγουδιών" και κύριους εκπροσώπους τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη. Το ελληνικό Έντεχνο τραγούδι αποκτά γρήγορα μεγάλη απήχηση στις πλατιές μάζες, φαινόμενο πραγματικά σπάνιο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Σε αυτό συνέβαλε και ο ενεργός πολιτικός ρόλος του συγκεκριμένου είδους κατά τη περίοδο της δικτατορίας. Τέλος στο όρο αστικό τραγούδι περιλαμβάνεται και η Αθηναϊκή επιθεώρηση, το ελληνικό ροκ και χιπ χοπ, την οπερέτα, κ.ά.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ 50 Χρόνια Ρεμπέτικο Τραγούδι_1975
Τέσσερα ακυκλοφόρητα ή και ερασιτεχνικά τραγούδια που παρότι δεν βρήκαν ποτέ το δρόμο της δισκογραφία έγιναν VIRAL και οι λόγοι είναι νομίζω είναι εμφανείς...
Τάκης Ξόφτερνος - Χαλάρωσε ζαργάνα μου
https://www.youtube.com/watch?v=F6VBFTLJZ7I
Πέτα τη φριτέζα
Κάνε το εικόνα "Ουίσκια και γίδα βραστή μέχρι το πρωί στο Ροκανίδι κλαμπ"
Μετά την τεράστια επιτυχία "Πήγαινες μικρή μπαλέτο" ήρθε και το κορυφαίο "Χαλάρωσε Ζαργάνα μου"
ΑΟΜΜΑΤΟΙ PRODUCTION - Μαζί τα φάγαμε
https://www.youtube.com/watch?v=UTZumi_s2GU
Το τραγούδι απογειώθηκε όταν το τραγούδησαν στο "Ελλάδα Έχεις Ταλέντο"
ενώ άλλα πολύ αξιόλογα τραγούδια τους είναι και τα "Μονάχο με παράτησες", "Μας έπιασε η κρίση", "Κυριακή στην παραλία", "Φέρε πίσω τη φερράρι" και "Άνοιξα τσιγάρο κι ήρθε η αστυνομία".
DJ ή Disk Jokey είναι το πρόσωπο που επιλέγει και παίζει ηχογραφημένα μουσικά κομμάτια για ένα ζωντανό ακροατήριο είτε για να παράξει τη δική του μουσική. Ο όρος disc jockey επινοήθηκε κατά την δεκαετία του 1940 και ο πρώτος παγκόσμια που τον εφηύρε υπήρξε ο Βρετανός Jimmy Savile (1926-2011)το 1943, παίζοντας jazz δίσκους για τους φιλοξενούμενους στο πάρτι που ο ίιος οργάνωσε. Λίγα χρόνια αργότερα ο Savile ήταν και ο πρώτος άνθρωπος που χρησιμοποίησε turntables για να ενώνει τους διάφορους δίσκους μεταξύ τους και η μουσική να συνεχίζει να παίζει χωρίς διακοπή. Οι περισσότεροιDJs, εργάζονται σε ραδιόφωνα αλλά και τηλεοράσεις, είτε σε clubs, σε parties, σε συναυλίες και φεστιβάλς. Οι μάστερ turntablist
παίζουν και δημιουργούν τη μουσική τους χρησιμοποιώντας μεγάλα πικ-απ και δίσκους συνδυάζοντας διάφορες τεχνικές όπως το sampling, το scratching, κ.ά.
Υπάρχουν διάφορες τεχνικές για την μίξη και το «ανακάτεμα» ηχογραφημένων μουσικών κομματιών όπως το cueing, το equalization και η μίξη ήχου από διαφορετικές πηγές (κονσόλες). Τέλος Djing κάνουν και οι μουσικοί του hip hop και της electronic dance music (EDM).
Διάσημοι ξένοι DJs: Antonio Viscione, Tiesto, Avicii, Calvin Harris, Armin Van Buuren, David Guetta, Afrojack, Kaskade, Deadmau5 κ.ά.
Turntablist legend DJ Craze Performs on TRAKTOR SCRATCH PRO and KONTROL X1 | Native Instruments
https://www.youtube.com/watch?v=aCA4yiPfFIg
Ο όρος "Deejay" αναφέρεται σε ένα άτομο που εκφράζει με λόγια με τη μουσική στο τζαμαϊκανό ύφος, δ