Η συνάντηση του Μάρκου Κούμαρη και του
Γιώργου Βαρνάβα κατά τη στρατιωτική τους θητεία, καθώς και οι παρόμοιες
μουσικές τους επιρροές και κατευθύνσεις, είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση του συγκροτήματος, αρχικά, με το όνομα Urbana (αστικός). Οι Locomondo (από την ισπανική λέξη "loco",
που σημαίνει τρελός και την ιταλική λέξη "mondo", που σημαίνει κόσμος) έχουν τις ρίζες του στην Αθήνα και
ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 2001. Συνδυάζουν τη ρέγκε, τη σκα και τη
λάτιν μουσική. Οι στίχοι των κομματιών τους είναι γραμμένοι, κυρίως,
στην ελληνική και την αγγλική. Έχουν παίξει με συγκροτήματα, όπως οι
Skatalites, οι Chumbawamba και οι Ska Cubano και με καλλιτέχνες όπως ο
Μανού Τσάο.
Ιδεολογία
Σύμωνα
με τα μέλη των Locomondo, το συγκρότημα είναι υπέρ της ζωής του έρωτα
και κατά των εξαρτήσεων. Το κομμάτια τους αφορούν, συνήθως, προσωπικές
εμπειρίες τους, θέματα που απασχολούν τους νέους (έλλειψη ευκαιριών),
την τηλεόραση, τον έρωτα και, γενικότερα, καθημερινά προβλήματα.
Locomondo - Goal ( Video Clip )
https://www.youtube.com/watch?v=FGpZSc3v8uM
Στίχοι-Μουσική: Μάρκος Κούμαρης
Locomondo - Πίνω μπάφους και παίζω Pro
https://www.youtube.com/watch?v=oHICxXSkjQA
H ρέγκε (reggae) είναι σύγχρονο μουσικό είδος που αναπτύχθηκε με επίκεντρο τη Τζαμάικα στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Σε σύντομο χρονικό διάστημα εξελίχθηκε σε κυρίαρχο είδος της τζαμαϊκανής μουσικής σκηνής, ενώ παράλληλα διαδόθηκε διεθνώς με αξιοσημείωτη απήχηση στη Βρετανία, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στην Αφρική. Οι ρίζες της ανιχνεύονται στο παροδοσιακό είδος που ονομάζεται mento και χρονολογείται στα τέλη του 19ου, καθώς και στο είδος τού ska. (Το μέντο χαρακτηρίζεται ως μία κατά βάση λαϊκή και εορταστική μουσική, συνδεδεμένη με το χορό, που αναπτύχθηκε αρχικά στο περιβάλλον των αγροτικών πληθυσμών της Τζαμάικα. Η μουσική σκα, επίσης ρυθμική και χορευτική, αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ΄50, με χαρακτηριστικό ρυθμό 4/4, παρόμοιο με εκείνο του κλασικού rhythm and blues).
Ο μουσικός όρος ρέγκε και ο χαρακτηριστικός ρυθμός που ταυτίζεται με αυτόν χρονολογούνται από το 1968, έτος κυκλοφορίας του τραγουδιού Do the Reggay του συγκροτήματος Toots & the Maytals. Ένας ακόμα εκπρόσωπος της ρέγκε, ο δημοφιλής τραγουδιστής Τζίμι Κλιφ (Jimmy Cliff), κατάφερε να αποκτήσει διεθνή φήμη ως πρωταγωνιστής της ταινίας The Harder They Come (1972), που συνέβαλε σημαντικά στη διάδοση του νέου μουσικού είδους. H ρέγκε διατήρησε κυρίως τοπικό χαρακτήρα κατά τα πρώτα χρόνια διαμόρφωσής της, καθώς οι περισσότεροι εκπρόσωποί της παρέμεναν στη Τζαμάικα ενώ μικρό δείγμα της μουσικής τους ακουγόταν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς εκτός της χώρας, κυρίως τραγούδια των Τζίμι Κλιφ και Ντέσμοντ Ντέκερ που περιστασιακά προβάλλονταν στην Αμερική και στην Ευρώπη. Στη δεκαετία του '70 διαδόθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, κυρίως μέσω Τζαμαϊκανών μεταναστών αλλά και εγχώριων μουσικών, ενώ σημαντική συνεισφορά στη διάδοση της στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε πολλές ακόμα χώρες του κόσμου είχε ο Μποπ Μάρλεϊ, ηγέτης του συγκροτήματος The Wailers και ένας από τους δημοφιλέστερους καλλιτέχνες του είδους παγκοσμίως. Ο Μάρλεΐ εισήγαγε επίσης ορισμένες καινοτομίες στη ρέγκε, επιταχύνοντας ελαφρά το ρυθμό της, χρησιμοποιώντας ενισχυμένες ροκ και μπλουζ κιθάρες καθώς και ένα φωνητικό γκόσπελ τρίο (I-Threes). Επιπλέον, οι Wailers ενσωμάτωσαν στοιχεία δανεισμένα από παραδοσιακούς αφρικανικούς και τζαμαϊκανούς ρυθμούς, όπως και από τους τελετουργικούς τυμπανισμούς που αποτελούσαν μέρος της μουσικής παράδοσης του κινήματος των ΡΑΣΤΑΦΑΡΙ*.
Ο Μπόμπ Μάρλεϊ θεωρείται η αιχμή του δόρατος της ρέγκε μουσικής, αρκετοί μουσικοί συνεισέφεραν επίσης στην εξέλιξη του είδους, με αποτέλεσμα την εμφάνιση αρκετών παραλλαγών του(rockers, lovers rock, dancehall) ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η ρέγκε συνδέθηκε επίσης στενά με το ρασταφαριανισμό, μεταφέροντας τα κοινωνικά και θρησκευτικά μηνύματά του και συμβάλλοντας στη διάδοσή του. Η ρἐγκε, ως μουσικό είδος εξέφρασε κυρίως τις καταπιεσμένες και οικονομικά υποβαθμισμένες κοινωνικές τάξεις, με συχνές αναφορές στην ανάγκη ισότητας και δικαιοσύνης, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στους στίχους των τραγουδιών. Ο τραγουδιστής του συγκροτήματος τωνMaytals, Φρέντερικ Χίμπερτ, όρισε τον όρορέγκε σχολιάζοντας χαρακτηριστικά: «Ρέγκε σημαίνει ό,τι προέρχεται από το λαό, κάτι καθημερινό, από το γκέτο [...] σημαίνει φτώχεια, δεινά, Ρασταφάρι, οτιδήποτε από το γκέτο. Είναι μουσική επαναστατών, ανθρώπων που δεν έχουν αυτό που επιθυμούν».
Ελληνικά Alternative/Ska/Reggae συγκροτήματα: 2002GR, Irie, Soul Fire. In a testube, Laternativa, Locomondo, Lost Bodies, Mindwaltz, Haji Mike