Ο Πάνος Ζήδρος ή Ζιούδρος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους κλεφταρματολούς του Ολύμπου. Ήταν γόνος μεγάλης οικογένειας κλεφτών και αρματολών της Πίνδου, από μικρός ακολούθησε τα χνάρια των προγόνων του και έγινε τρανός πολεμιστής. Ξεχώριζε για τη διορατικότητά του, τη σύνεσή του, αλλά και τις διοικητικές του ικανότητες.
Γεννήθηκε στα Γρεβενά αλλά η ημερομηνία γέννησής του δεν είναι ακριβής, καθώς πολλοί λένε πως γεννήθηκε το 1630 ενώ άλλοι λένε το 1700. Πάντως, σχεδόν όλοι, συμφωνούν πως πέθανε κάπου το 1750.
Στα 1700 ο Ζήδρος ανέλαβε πρώτος καπετάνιος στο αρματολίκι του Ολύμπου και Δυτικής Μακεδονίας, που είχε έδρα το Λιβάδι και βρισκόταν στη γραμμή Ολύμπου, Πιερίων και Τιτάρου. Ο Ζήδρος αναγνωρίστηκε ως αρματολός με σουλτανικό φιρμάνι. Διένειμε μικρότερες περιοχές από το αρματολίκι του σε άλλους κλέφτες της περιοχής και σε πρωτοπαλίκαρά του, όπως ο Έξαρχος Τόλιος Λάζος, ο Πάνος Τσάρας, ο Βλαχοθόδωρος και άλλοι. Ειδικότερα, η Πιερία δόθηκε στον Λάζο και ο Πλαταμώνας στον Σύρο, με τα Χάσια να πηγαίνουν στον Βλαχάβα και τα Γρεβενά στον Τόσκα. Μετά τον Ζήδρο, το αρματολίκι διοικήθηκε από τον Πάνο Τσάρα, τον Βλαχοθόδωρο, τους Λαζαίους, τον Γκέγκα και πολλούς άλλους. Μετά το 1740, οι αρματολοί, που μεταπήδησαν στις τάξεις των κλεφτών, έκαναν συντονισμένη επίθεση στην Κάλλιανη, τότε τσιφλίκι στα Σέρβια. Ο καπετάν Ζήδρος από το Λιβάδι ήταν εκ των ανθρώπων που ηγήθηκαν της επιχείρησης αυτής. Αυτή η ομαδική δράση των κλεφτών απέφερε 94 φορτώματα ζώων με πλούσια λεία σε χρήματα.
Κατά την Επανάσταση των Ορλωφικών, ο Ζήδρος και οι υπόλοιποι κλέφτες συγκρούστηκαν ξανά με τους Οθωμανούς και κατέφυγαν στο Αιτωλικό, όπου πολιορκούνταν επί τρεις μήνες και υπέφεραν από τις κακουχίες. Επέστρεψαν όμως στον Όλυμπο, στα Πιέρια και στο Βέρμιο, και μετά τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) αμνηστεύτηκαν. Ο Ζήδρος επέστρεψε στο Λιβάδι και έφερε τον τίτλο «Έξαρχος του Ολύμπου και της Δυτικής Μακεδονίας».
Ο Πάνος Ζήδρος πέθανε από φυσικό θάνατο, περί το 1750. Κληρονόμος στο αρματολίκι θα ήταν ο γιος του, Φώτης, ωστόσο ο πατέρας του όρισε τους κηδεμόνες του, τον Πάνο Τσάρα από την Ελασσόνα και τους Γκέγκα και Βλαχοθόδωρο από το Λιβάδι, να έχουν περισσότερη εξουσία. Αυτό έγινε γιατί ο Πάνος Ζήδρος θεωρούσε ότι ο γιος του ήταν ανίκανος να διοικήσει το αρματολίκι. Ο Φώτης δολοφονήθηκε και το αρματολίκι ανέλαβε ο Πάνος Τσάρας, ο πατέρας του περίφημου Νικοτσάρα.
Του Ζήδρου (Κλέφτικο τραγούδι) https://youtu.be/KSRrVHyLXpo?is=EhrYVnpn1UZU-9kBΠαραδοσιακό τργούδι Από τον πολιτιστικό σύλλογο Μεταμόρφωσης Κοζάνης.
Ο αγώνας της ΕΟΚΑ ήταν, ακόμα και στα ψευδώνυμα των
αγωνιστών της, μια αναβίωση των εθνικών αγώνων των Ελλήνων και προ πάντων του Εικοσιένα. Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, ο οποίος φοίτησε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ) και ως Έφεδρος ΑνθυπολοχαγόςΠεζικού υπηρέτησε στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα επέλεξε το ψευδώνυμο "ΖΗΔΡΟΣ", προς τιμήν του θρυλικού αρματολού της Πίνδου Πάνου Ζήδρου ή Ζήτρου, που με την ανδρεία του είχε φυλάξει για χρόνια ελεύθερη την Ελασσόνα από τους Τούρκους στο 18ο αιώνα.
«Εγώ πεθαίνω· όμως εσείς να είστε μονοιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα».
Ο Καραϊσκάκης έγινε περισσότερο γνωστός μετά την ενηλικίωσή του. Νεαρός έπεσε στα χέρια του Αλή Πασά και αρχικά υπηρέτησε στην αυλή του και τον ακολούθησε στην εκστρατεία του κατά του πασά Πασβάνογλο στη Βουλγαρία. Στη εκστρατεία εκείνη ο Καραϊσκάκης αιχμαλωτίσθηκε από τις δυνάμεις του Πασβάνογλου και κρατήθηκε για κάποιο χρόνο. Στη συνέχεια επέστρεψε στην αυλή του Αλή Πασά. Το καλοκαίρι του 1820 όταν πολιορκήθηκε ο Αλή Πασάς από τα σουλτανικά στρατεύματα, ο Καραϊσκάκης παρέμεινε μαζί του και αγωνίστηκε υπέρ του. Αργότερα, όμως, προσχώρησε στους πολιορκητές, αλλά γρήγορα απομακρύνθηκε και από αυτούς.
Κατά τους πρώτους μήνες του 1821 προσπάθησε να εξεγείρει σε επανάσταση κατά των Τούρκων την περιοχή της Βόνιτσας, στην αρχή ανεπιτυχώς, διότι οι προύχοντες της περιοχής θεωρούσαν πως δεν ήταν ακόμη κατάλληλος χρόνος. Στη συνέχεια πήγε στα Τζουμέρκα, όπου ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης, η οποία διαδόθηκε πολύ γρήγορα στις όμορες επαρχίες και από εκεί στο Μακρυνόρος όπου και συμμετείχε ο ίδιος στις γενόμενες εκεί συμπλοκές.
Στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης θα βρεθεί στα Άγραφα δίπλα στον θείο του Γώγω Μπακόλα και το Γιαννάκη Ράγκο με τον οποίον όμως θα έρθει σε εντονη προστριβή αφού αξίωνε και αυτός την αρχηγία των Αγράφων. Η πρώτη σημαντική νίκη του οπλαρχηγού Γεώργιου Καραϊσκάκη, δόθηκε στονΆη Βλάση, όπου με 800 περίπου άνδρες εμπόδισαν τις δυνάμεις του Κιουταχή να διέλθουν μέσω των Αγράφων στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι. Η νίκγ αυτή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εδραίωση της φήμης του Καραϊσκάκη και είχε αποφασιστική σημασία για τη στάση του εντός του επαναστατικού αγώνα των Ελλήνων και στην μετέπειτα ανάδειξή του σε έναν από τους κύριους πρωταγωνιστές της.
Ο Καραϊσκάκης ζήτησε επίμονα να διορισθεί αρχηγός των ελληνικών όπλων της επαρχίας των Αγράφων. Αλλά ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος δεν δέχθηκε προκρίνοντας ως καταλληλότερο τον Ράγκο. Μάλιστα τα πράγματα οδηγήθηκαν στα άκρα όταν ο Μαυροκορδάτος κατηγόρησε τον Καραϊσκάκη ότι είχε στείλει επιστολή στον Ομέρ Βρυώνη με την οποία τκυ υποσχόταν να του παραδώσει το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό. Τελικά στις 25 Ιουνίου 1824 η Κυβέρνηση του αναγνώρισε όλους τους βαθμούς και τα αξιώματά του.
Αμέσως μετά την αποκατάστασή του διατάχθηκε από την Κυβέρνηση να εκστρατεύσει στην Ανατολική Στερεά επικεφαλής 300 μισθοφόρων. Επίσης, χωρίσθηκε και η περιοχή των Αγράφων σε δύο τμήματα και το μεν ανατολικό αποδόθηκε στον Καραϊσκάκη, το δε δυτικό στον Γιαννάκη Ράγκο.
Στα τέλη όμως του 1824 ο Καραϊσκάκης έλαβε μέρος μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλλα και άλλους Ρουμελιώτες στον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Στις αρχές του Μαΐου του 1825 ο Καραϊσκάκης επανέρχεται στη Στερεά και κατά τα μέσα του καλοκαιριού βρίσκεται σε πλήρη δράση διορισμένος ως γενικός αρχηγός όλων των εκτός Μεσολογγίου ελληνικών στρατευμάτων. Αντίπαλοί του πλέον είναι ο Ιμπραήμ Πασάς της Αιγύπτου στην Πελοπόννησο και ο Κιουταχής. Οι μάχες που μένονται σε όλα τα μέτωπα είναι σκληρές όμως στο τέλος η Πολιορκία της Ακρόπολης και η Μάχη της Αράχωβας θα αποδειχθούν αποφασιστικής σημασίας νίκες για τους Έλληνες.
Στις 23 Φεβρουαρίου 1827 ο Καραϊσκάκης επιστρέφει στην Ελευσίνα αφού είχε ελευθερώσει όλη την Στερεά Ελλάδα, εκτός του Μεσολογγίου, της Βόνιτσας και της Ναυπάκτου. Στις αρχές του Απριλίου του 1827 προσήλθαν και οι, διορισμένοι από τη Συνέλευση της Τροιζήνας, Κόχραν ως "στόλαρχος πασών των ναυτικών δυνάμεων" και Τσωρτς, ως "διευθυντής χερσαίων δυνάμεων", προκειμένου να συνδράμουν τον Αγώνα. Με τους δύο αυτούς ξένους ο Καραϊσκάκης βαθμιαία περιήλθε σε έριδες, τόσο για την τακτική του πολέμου, όσο και κατά την οργάνωση για την κατά μέτωπο επίθεση. Οι διορισμοί των ξένων εκείνων προσώπων υπήρξαν αναμφίβολα το μοιραίο σφάλμα που ανέτρεψε την έκβαση του Αγώνα. Και τούτο διότι προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τακτικές οργανωμένου στρατού αγνοώντας τις τακτικές των Ελλήνων, την ψυχολογία τους, αλλά και τις μορφολογικές δυνατότητες της περιοχής, επιζητώντας την έξοδο με κατά μέτωπο επίθεση σε πεδιάδα, επειδή ακριβώς, δεν γνώριζαν το είδος αυτό του πολέμου που επιχειρούσαν μέχρι τότε οι Έλληνες. Έτσι η ανάμιξη αυτών στις πολεμικές ενέργειες με ταυτόχρονες διαταγές του ενός και του άλλου παρέλυσαν τις διαταγές του Καραϊσκάκη. Αυτό οδήγησε τον Αρχιστράτηγο να επεμβαίνει προσωπικά μέχρι αυτοθυσίας σε όλες τις συμπλοκές, ακόμη και τις μικρότερες, ένα ακόμη μοιραίο σφάλμα των περιστάσεων εκείνων. Αντίθετα ο Κολοκοτρώνης του τόνιζε ότι είναι ανάγκη «να σώσει τον εαυτόν του για να σωθεί και η πατρίδα».
Το απόγευμα της 22ας Απριλίου, ακούστηκαν πυροβολισμοί από ένα Κρητικό οχύρωμα. Οι Κρήτες είχαν προκαλέσει τους Τούρκους σε μάχη και καθώς εκείνοι απαντούσαν οι εχθροπραξίες γενικεύτηκαν. Ο Καραϊσκάκης, παρότι άρρωστος βαριά με πυρετό, έφτασε στον τόπο της συμπλοκής. Εκεί μια σφαίρα τον τραυμάτισε θανάσιμα στο υπογάστριο. Ο ήρωας μεταφέρθηκε στο στρατόπεδό του στο Κερατσίνι και αφού μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων, υπαγόρευσε τη διαθήκη του που ιδιόχειρα υπέγραψε, πέθανε.
Ένας Κύπριος αγωνιστής ονόματι Σταυριανός Ιωάννης από τη Λόφου, περιγράφει στα απομνημονεύματά του, το τέλος του Καραϊσκάκη, υποστηρίζοντας ότι αυτό προήλθε από όχι από τουρκικό βόλι αλλα από ελληνικό χέρι, υπονοώντας δύο Σουλιώτες οπλαρχηγούς.
Ο Καραϊσκάκης https://www.youtube.com/watch?v=xx80VMNx7c8
Στίχοι: Πυθαγόρας
Μουσική: Γιώργος Κριμιζάκης
Εκτέλεση: Γιάννης Πουλόπουλος
Της καλογριούλας γιε, έλα στα όνειρά μας
κι έτσι ματωμένος, πες μας Στρατηγέ
πόσα απέχει ο θάνατος απ’ τη λευτεριά μας
Ωδή στο Γεώργιο Καραϊσκάκη https://youtu.be/YIlSrilFbos?si=DtAuthyhNPHw6QdR Μουσική-Εκτέλεση: Διονύσης Σαββόπουλος
"Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ' έναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι."
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος -όπως είναι και το πλήρες ονοματεπώνυμό του- γεννήθηκε το 1781 στη Μεγάλη Αναστάσοβα (Νέδουσα), ένα μικρό χωριό που βρίσκεται στους πρόποδες του Ταΰγτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας. Γονείς του ήταν ο Σταματέλος "Τουρκολέκας" αγωνιστής της περιοχής του Λεονταρίου και μητέρα του η Σοφία Δημητρίου Καρούτσου από τον Άκοβο του Λεονταρίου, δευτερότοκη θυγατέρα και αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Το 1805, κατά τον ανηλεή διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θ. Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα, όπου εντάχθηκε στα Ρωσικά τάγματα και μετέβη στην Ιταλία για να πολεμήσει κατά του στρατού του Ναπολέοντα. Στη συνέχεια επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους, οι οποίοι στο μεταξύ τα είχαν καταλάβει με τη συνθήκη του Τίλσιτ.
Στις 18 Οκτωβρίου 1818, ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Με τον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα συνέβαλε στην προετοιμασία του Εθνικού Ξεσηκωμού και στις 23 Μαρτίου 1821 μπήκε στην Καλαμάτα μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς. Από την αρχή ενστερνίσθηκε το στρατηγικό σχέδιο του Κολοκοτρώνη για την κατάληψη της Τριπολιτσάς και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη του διοικητικού κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Διακρίθηκε στη Μάχη του Βαλτετσίου (12 Μαΐου 1821), ενώ αποφασιστική ήταν η συμβολή του στη Μάχη των Δολιανών (18 Μαΐου 1821), όπου ανέδειξε στο έπακρο τις στρατιωτικές του ικανότητες. Επικεφαλής μόλις 600 ανδρών κατανίκησε τον στρατό του Κεχαγιάμπεη που ανήρχετο σε 6.000 άνδρες και σχεδόν τον αποδεκάτισε. Γι' αυτόν τον πραγματικό του άθλο, οι συμπολεμιστές του τον ονόμασαν «Τουρκοφάγο». Ο αγωνιστής που συνετέλεσε στην υποχώρηση του Δράμαλη και σύμφωνα με ιστορικές πηγές, έσπασε τρεις ππάλες με τη δύναμη με την οποία χτυπούσε, ενώ στο τέλος της μάχης, το χέρι του «μαρμάρωσε» και δεν μπορούσε να αφήσει την ππάλα! Μέχρι το τέλος του Αγώνα ο Νικηταράς ήταν στην πρώτη γραμμή, πολεμώντας είτε στην Πελοπόννησο είτε στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, όπου συνεργάστηκε με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Γεώργιο Καραΐσκάκη. Πήρε μέρος στην Άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) και ήταν από τους λίγους αρχηγούς που αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διανομή των λαφύρων. Διακρίθηκε στη Μάχη του Αγιονορίου (26-28 Ιουλίου 1822), που αποτελείωσε τη στρατιά του Δράμαλη δύο μέρες μετά τη Μάχη στα Δερβανάκια. Η ανιδιοτέλεια του ανδρός φάνηκε για μία ακόμη φορά, όταν από το πλήθος των λαφύρων της μάχης πείστηκε να δεχθεί ένα πανάκριβο σπαθί, το οποίο αργότερα προσέφερε στον έρανο για την ενίσχυση του Μεσολογγίου. Κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου Πολέμου τάχθηκε στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, αλλά φρόντισε πάντα να επιδιώκει τον συμβιβασμό και τη συνεννόηση. Μετά την Απελευθέρωση τάχθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια κι έγινε ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Κυβερνήτη. Πήρε μέρος στην Δ' Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829), ως πληρεξούσιος του Λεονταρίου. Επί Όθωνα κατηγορείται για συνωμοσία κατά του βασιλιά και φυλακίζεται στην Αίγινα το 1839. Ήταν μεταξύ εκείνων οι οποίοι «κυνηγήθηκαν» μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Άλλωστε, το κατηγορητήριο αφορούσε και στον αδελφό του πρώτου Κυβερνήτη, Γεώργιο Καποδίστρια. Κατόπιν της «απειλητικής επέμβασης του Μακρυγιάννη» ο Νικηταράς αποφυλακίζεται μετά από σχεδόν δύο χρόνια.
Το 1843, όταν ο Όθωνας αναγκάζεται να δώσει σύνταγμα στην Ελλάδα, του απονέμεται ο βαθμός του υποστράτηγου μαζί με μία πενιχρή σύνταξη.... Το μοναδικό λάφυρο του από τον πόλεμο, ένα αδαμαντοστόλιστο, δαμασκηνό σπαθί που συναγωνιστές του τον έπεισαν να πάρει το είχε προσφέρει σε έρανο που είχε κάνει η προσωρινή κυβέρνηση της Ύδρας για να αρματώσει τον ελληνικό στόλο. Χωρίς περιουσία στην Αρκαδία και στην Αργολίδα, όπου έζησε κάποια χρόνια (στους Μύλους), καταλήγει πάμπτωχος σε ένα ταπεινό σπίτι στην Καστέλλα. Μάλιστα, του δίνεται «άδεια επαιτείας» - ένα είδος ανταμοιβής της ευγνωμονούσας Ελλάδας.
Ο Νικηταράς πεθαίνει σε ηλικία 67 ετών και τάφηκε πλάι στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη όπως ήταν η επιθυμία του. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Νεόφυτος Βάμβας, τον δε επιτάφιο ο Παναγιώτης Σούτσος.
Χατζηκώσταινα, γνωστή με το παρατσούκλι Ψωροκώσταινα = Πανωραία Χατζηκώστα
Ψωροκώσταινα καημένη
https://www.youtube.com/watch?v=VFIdoRrYzk4
Στίχοι: Γιάννης Κακουλίδης
Μουσική: Γιώργος Κριμιζάκης
Εκτέλεση: Μιχάλης Βιολάρης
Η Πανωραία Χατζηκώστα ήταν Ελληνίδα Μικρασιάτισσα καταγόμενη από αρχοντική οικογένεια των Κυδωνιών (Αϊβαλί). Κατέφυγε στο Ναύπλιο, μετά την καταστροφή του Αϊβαλιού από τον τουρκικό στρατό, όπου έχασε και τα τέσσερα της παιδιά και τον άντρα της, που μπήκε στην πόλη στις 2 Ιουνίου 1821 για να εκδικηθεί την πυρπόληση τουρκικού δίκροτου στις 27 Μαΐου στην Ερεσό. Η Χατζηκώσταινα, γνωστή με το παρατσούκλι Ψωροκώσταινα ή Ψαροκώσταινα, καταγράφηκε στην ιστορική μνήμη, όταν, σύμφωνα με αναφορές της εποχής, προσέφερε τα ελάχιστα υπάρχοντά της στον έρανο που έλαβε χώρα στο Ναύπλιο για την ενίσχυση των πολιορκημένων του Μεσολογγίου, το 1826. Ο Ευάγγελος Δαδιώτης, αναφέρεται στην δήλωσή της: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι». Έκτοτε χρησιμοποιούνται ή έκφραση "Ψωροκώσταινα" που αναφέρεται στο ελληνικό κράτος ως κράτος φτωχό, που βασίζεται το περισσότερο στην εθελοντική συνδρομή και προσπάθεια των κατοίκων του παρά στη σωστή και επιστημονική οργάνωση και διαχείριση των εσόδων του.
Η Λασκαρίνα γεννήθηκε στις 11 Μαΐου1771 στην Κωνσταντινούπολη μέσα στις φυλακές, όταν η μητέρα της Σκεύω επισκέφτηκε τον σύζυγό της, Σταυριανό Πινότση, τον οποίο είχαν φυλακίσει οι Οθωμανοί για τη συμμετοχή του σταΟρλωφικά(1769-1770). Την βάφτισε και της έδωσε το όνομά της εκεί ο φυλακισμένος πολέμαρχος της Μάνης,Παναγιώτης Μούρτζινος.Μετά τον θάνατο του Πινότση στη φυλακή, μητέρα και κόρη επέστρεψαν στην 'Υδρα, τον τόπο καταγωγής τους. Τέσσερα χρόνια αργότερα μετακόμισαν στις Σπέτσες, όταν η μητέρα της παντρεύτηκε και πάλι και από την ένωση αυτή η Λασκαρίνα απέκτησε οκτώ ετεροθαλή αδέρφια. Η ίδια παντρεύτηκε δυο φορές, στην ηλικία των 17 ετών με τον Σπετσιώτη Δημήτριο Γιάννουζα και στην ηλικία των 30 ετών με τον επίσης Σπετσιώτη πλοιοκτήτη και πλοίαρχο Δημήτριο Μπούμπουλη και οι δυο όμως σκοτώθηκαν από Αλγερινούς πειρατές. Όταν η Μπουμπουλίνα έγινε χήρα για δεύτερη φορά, είχε έξι παιδιά, τρία από τον πρώτο της γάμο και τρία από τον δεύτερο γάμο της. Είχε όμως αποκτήσει μια τεράστια περιουσία την οποία είχε κληρονομήσει από τους συζύγους της, έχοντας υπό την κατοχή της πλοία, γη και χρήματα πέραν των 300,000 τάλαρων. Κατάφερε μάλιστα να αυξήσει την περιουσία της με σωστή διαχείριση και εμπορικές δραστηριότητες. Το1816 ωστόσο, ηΥψηλή Πύληθέλησε να κατασχέσει την περιουσία της με τη δικαιολογία ότι τα πλοία του δεύτερου άντρα της, συμμετείχαν με τονρωσικόστόλο στονΡωσοτουρκικό πόλεμο, μετά απὀ καταγγελίες συγγενών της, που εποφθαλμιούσαν την περιουσία της. Πράγματι ο Μπούμπουλης είχε πάρει μέρος στη ναυμαχία στην Ίμβρο και την Τένεδο κατά των Τούρκων, και είχε παρασημοφορηθεί από τους Ρώσους, οι οποίοι του είχαν απονείμει τον τίτλο του πλοιάρχου του Ρωσικού Αυτοκρατορικού στόλου και τον τίτλο του επίτιμου Ρώσου πολίτη. Η Μπουμπουλίνα για να αντιμετωπίσει την κατάσταση πηγαίνει στηνΚωνσταντινούπολημε το πλοίο τηςΚανάκης, όπου συναντά τονΡώσο,Φιλέλληναπρεσβευτή Στρογκόνωφ, από τον οποίο ζητά να την προστατέψει επικαλούμενη τις υπηρεσίες του συζύγου της στον ρωσικό στόλο και το γεγονός ότι τα πλοία της είχαν τότε ρωσική σημαία, βάση τηςΣυνθήκης Κιουτσούκ Καϊναρτζή που είχαν υπογραφεί το1774. Τότε εκείνος για να την σώσει από την επικείμενη σύλληψή της από τους Τούρκους, την έστειλε στηνΚριμαία, στηΜαύρη Θάλασσα, σε ένα κτήμα που της δόθηκε από τονΤσάροΑλέξανδρο τον Α'. Πριν όμως πάει εκεί, θα καταφέρει να συναντήσει τη μητέρα τουΣουλτάνουΜαχμούτ Β΄, τηνΒαλιντέ Σουλτάνα, η οποία εντυπωσιασμένη από τον χαρακτήρα της Μπουμπουλίνας έπεισε τον γιο της να υπογράψει φιρμάνι, με το οποίο δεν θα άγγιζε την περιουσία της και δεν θα την συνελάμβανε. Η Μπουμπουλίνα αφού παρέμεινε στην Κριμαία για περίπου τρεις μήνες περιμένοντας να ηρεμήσει η κατάσταση, έφυγε για τις Σπέτσες.Η Μπουμπουλίνα, έχοντας γίνει ήδη μέλος της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη υπήρξε η μόνη γυναίκα που μυήθηκε στην οργλανωση, στον κατώτερο όμως βαθμό μύησης αφού οι γυναίκες δεν γίνονταν δεκτές. Καθώς γυρνούσε στις Σπέτσες, αγόραζε μυστικά όπλα και πολεμοφόδια από τα ξένα λιμάνια, τα οποία μετά έκρυψε στο σπίτι της, ενώ ξεκίνησε την κατασκευή του πλοίου Αγαμέμνων, η οποία ολοκληρώθηκε το 1820 και είχε μήκος 48 πήχες, είχε 18 κανόνια και κόστισε 75.000 τάλαρα.Για τη ναυπήγηση του Αγαμέμνονα καταγγέλθηκε στην Υψηλή Πύλη, αλλά η Μπουμπουλίνα κατάφερε να ολοκληρώσει την κατασκευή του δωροδοκώντας τον απεσταλμένο Τούρκο επιθεωρητή στις Σπέτσες και πετυχαίνοντας την εξορία αυτών που την κατήγγειλαν. Την ίδια περίοδο έρχεται σε ρήξη όμως με τα παιδιά του δεύτερου συζύγου της από τον πρώτο του γάμο όταν αυτά διεκδικούν το μερίδιο τους από την πατρική περιουσία. Θα καταφύγουν πρώτα στον Οικουμενικό Πατριαρχείο που της εξέδωσε επιτίμιο και μετά στους προεστούς των Σπετσών και τελικά στο Βουλευτικό, το οποίο ωστόσο δεν έλαβε θέση στην ενδοοικογενειακή διαφορά, εκτιμώντας το μέγεθος της προσφοράς της στην Επανάσταση. Η μεγάλη καπετάνισσα είχε σχηματίσει το δικό της εκστρατευτικό σώμα από Σπετσιώτες και είχε αναλάβει να αρματώνει, να συντηρεί και να πληρώνει τον στρατό αυτό μόνη της όπως έκανε και με τα πλοία της και τα πληρώματά τους, κάτι που συνεχίστηκε και την έκανε να ξοδέψει στα δύο πρώτα χρόνια της επανάστασης όλη της την περιουσία προσπαθώντας να περικυκλώσει τα τουρκικά οχυρά, το Ναύπλιο και την Τρίπολη. Πράγματι μετά την κατάληψη του Ναυπλίου στις30 Νοεμβρίου1822, το υπο διαμόρφωση κράτος της έδωσε κλήρο στην πόλη ως ανταμοιβή για την προσφορά της στοέθνοςκαι η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε εκεί. Στα τέλη του 1824 ωστόσο, η πατρίδα σπαράζεται από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, όπου η Κυβέρνηση Κουντουριώτη (Η κυβέρνηση των Πλοιάρχων των νησιών) υπερισχύει του συνασπισμού των Προεστών και των Στρατιωτικών της Πελοποννήσου, με αποτέλεσμα τη δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη και τη σύλληψη και την φυλάκιση του ίδιου του Γέρου του Μοριά μαζί με άλλους οπλαρχηγούς σε ένα μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα. Η Μπουμπουλίνα αντιδρά και ζητά την αποφυλάκιση του Κολοκοτρώνη, λόγω του σεβασμού που έτρεφε προς αυτόν. Τελικά και η ίδια κρίνεται επικίνδυνη από την Κυβέρνηση και συλλαμβάνεται δύο φορές από το Υπουργείο Αστυνομίας, με εντολή να φυλακιστεί. Τελικά η Μπουμπουλίνα εξορίζεται στις Σπέτσες χάνοντας τον κλήρο γης, που το κράτος της είχε παραχωρήσει στο Ναύπλιο. Πικραμένη από τους πολιτικούς και την εξέλιξη του Αγώνα και έχοντας ξοδέψει όλη την περιουσία της, θα χάσει και τη ζωή της στις 22 Μαΐου1825 στις Σπέτσες κατά τη διάρκεια λογομαχίας που είχε με τους Κουτσαίους, πρόκρίτους στις Σπέτσεςπου δεν ενέκριναν το γάμου της νεαρής Ευγενίας Κούτση με τον μικρότερο γιο της Μπομπουλίνας από τον πρώτο της γάμο και τους οποίους είχε δώσει καταφύγιο στο σπίτι της.
ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ (1796-1848)
Κόρη του εμπόρου και μέλους της Φιλικής Εταιρείας, Νικόλαου Μαυρογένη και της Ζαχαράτης Μπάτη. Οι γονείς της κατάγονταν από τη Μύκονο αλλά έμεναν στην Τεργέστη ήδη δέκα χρόνια, επειδή ο πατέρας ήταν σπαθάρης (υπασπιστής) του ηγεμόνα της Μολδαβίας και η μητέρα της, ήταν δραστήρια γυναίκα που διηύθυνε στην Τεργέστη τις εμπορικές υποθέσεις του άντρα της. Ήταν μια όμορφη γυναίκα αριστοκρατικής καταγωγής, μεγάλωσε σε μια μορφωμένη οικογένεια, επηρεασμένη από την εποχή του Διαφωτισμού. Με πλοία εξοπλισμένα με δικά της έξοδα, καταδίωξε διακόσιους Αλγερινούς που λυμαινόταν τις Κυκλάδες και αργότερα πολέμησε στην Κάρυστο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά. Κάτοχος της γαλλικής γλώσσας, συνέταξε συγκινητική έκκληση προς τις γυναίκες της Γαλλίας, ζητώντας τη συμπαράστασή τους στον πληθυσμό της Ελλάδας. Επίσης εκτός από τα Γαλλικά, μιλούσε άπταιστα Ιταλικά, αλλά και Τουρκικά. Εξόπλισε δύο επανδρωμένα και «ιδιωτικά» πλοία με δικά της έξοδα, με τα οποία καταδίωξε τους πειρατές που επιτέθηκαν στη Μύκονο και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων. Στις 22 Οκτωβρίου 1822, οι Μυκονιάτες απωθούσαν τους Οθωμανούς Τούρκους υπό την ηγεσία της, οι οποίοι αποβιβάστηκαν στο νησί. Εξόπλισε και εφοδίασε 150 άνδρες για να εκστρατεύσει στην Πελοπόννησο και έστειλε δυνάμεις και οικονομική υποστήριξη στη Σάμο, όταν το νησί απειλήθηκε από τους Τούρκους. Αργότερα, η Μαντώ έστειλε ένα άλλο σώμα πενήντα ανδρών στην Πελοπόννησο, οι οποίοι συμμετείχαν στην άλωση της Τριπολιτσάς. Επίσης ξόδεψε χρήματα για την ανακούφιση των στρατιωτών και των οικογενειών τους, αλλά και για την προετοιμασία μιας εκστρατείας προς τη Βόρεια Ελλάδα με την υποστήριξη πολλών φιλελλήνων. Αργότερα δημιούργησε έναν στόλο έξι πλοίων και πεζικό αποτελούμενο από δεκαέξι λόχους με πενήντα άντρες το καθένα και έλαβε μέρος σε επιχειρήσεις στην Κάρυστο το 1822 και χρηματοδότησε την εκστρατεία της Χίου, όμως δεν κατάφερε να εμποδίσει τη σφαγή της Χίου. Μια άλλη ομάδα πενήντα ανδρών στάλθηκε για να ενισχύσει τον Νικηταρά στη μάχη των Δερβενακίων. Όταν ο οθωμανικός στόλος εμφανίστηκε στις Κυκλάδες, επέστρεψε στην Τήνο και πούλησε τα κοσμήματά της για τη χρηματοδότηση του εφοδιασμού και εξοπλισμού των 200 ανδρών που πολεμούσαν τον εχθρό και περιέθαλψε δύο χιλιάδες ανθρώπους που είχαν επιβιώσει από την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Οι άντρες της συμμετείχαν σε αρκετές άλλες μάχες όπως αυτές του Πηλίου, Φθιώτιδας και της Λιβαδειάς. Η Μαντώ απηύθυνε έκκληση στις γυναίκες του Παρισιού και του διαφωτισμού στην Ευρώπη ώστε να πάρουν το μέρος των Ελλήνων. Μετακόμισε στο Ναύπλιο το 1823, για να βρίσκεται στον πυρήνα του αγώνα, αφήνοντας την οικογένειά της η οποία περιφρονούταν ακόμα και από τη μητέρα της λόγω των επιλογών της. Την εποχή εκείνη η Μαυρογένους γνώρισε τον Δημήτριο Υψηλάντη με τον οποίον και αρραβωνιάστηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σύντομα, έγινε διάσημη σε όλη την Ευρώπη για την ομορφιά και την ανδρεία της. Αλλά τον Μάιο του ίδιου χρόνου, το σπίτι της κάηκε ολοκληρωτικά και η περιουσία εκλάπη. Μετά από αυτό πήγε στην Τρίπολη για να είναι μαζί με τον Υψηλάντη, ενόσω ο Παπαφλέσσας της παρείχε τροφή. Για τον Αγώνα διέθεσε όλη της την περιουσία και όταν ο πόλεμος τελείωσε, για τη συνολική δραστηριότητά της ο Ι. Καποδίστριας της απένειμε -τιμή μοναδική σε γυναίκα- το αξίωμα της Αντιστράτηγου επί τιμή και της παραχώρησε μια κατοικία στο Ναύπλιο., όπου και μετακόμισε. Είχε μάλιστα στην κατοχή της ένα σπαθί κειμήλιο με την επιγραφή «Δίκασον Κύριε τους αδικούντας με, τους πολεμούντας με, βασίλευε των Βασιλευόντων». Στον αρραβώνα της Μαυρογένους με τον Υψηλάντη αντιτάχθηκαν πολλοί από ισχυρούς πολιτικούς, οι οποίοι είδαν την ενοποίηση των δύο αυτών ισχυρών οικογενειών, οι οποίες διέθεταν φιλικές σχέσεις, ως απειλή. Ο «επικεφαλής» των αντιπάλων τους στην Ελλάδα ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης, ο οποίος ηγήθηκε της επιτυχημένης απόπειρας διάλυσης του αρραβώνα. Μετά τον αρραβώνα η Μαντώ επέστρεψε στο Ναύπλιο όπου ζούσε βαθιά καταθλιπτικά, σε κατάσταση εξαθλίωσης, στερήσεων και φτώχειας και δεν έλαβε κάποια τιμητική σύνταξη, ούτε της αποπληρώθηκε κάποιο ποσό από τα χρήματα που είχε δώσει για τη χρηματοδότηση των διάφορων μαχών. Μετά το θάνατο του Υψηλάντη και τις έντονες πολιτικές του συγκρούσεις με τον Κωλέττη, εξορίστηκε από το Ναύπλιο και επέστρεψε στη Μύκονο, όπου ασχολήθηκε με τη συγγραφή των απομνημονευμάτων της. Μετακόμισε στην Πάρο το 1840, όπου κατοικούσαν μερικοί από τους συγγενείς της. Η μεγάλη αυτή γυναίκα πέθανε από τυφοειδή πυρετό στην Πάρο τον Ιούλιο του 1848, μόνη, λησμονημένη και πάμφτωχη, έχοντας ξοδέψει όλη της την περιουσία για τον αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας.
Η Μαριγώ Ζαραφοπούλα ήταν αγωνίστρια του 1821 και μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Γεννήθηκε στην ιστορική συνοικίαΤαταύλατηςΚωνσταντινούπολης. Μυήθηκε στηΦιλική Εταιρείακαι όταν κατά τις αρχές του1821, ο Ασημάκης Θεοδώρου πρόδωσε τα μυστικά της οργάνωσης στις οθωμανικές αρχές, ανέλαβε, χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες της με διάφορους αξιωματούχους, να πληροφορηθεί λεπτομέρειες για το συμβάν, αποστολή την οποία έφερε εις πέρας. Παράλληλα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες γνωριμίες καθώς και τη σημαντική της περιουσία, πέτυχε την δραπέτευση των γιων τουΠετρόμπεη Μαυρομιχάληπου διέμεναν στηνΚωνσταντινούποληως αιχμάλωτοι. Όταν αποκαλύφθηκε η συμμετοχή της ίδιας αλλά και του εμπόρου αδελφού της, Χατζηβασίλη, στη Φιλική Εταιρεία, γνώρισε διώξεις ενώ ο αδελφός της καρατομήθηκε στις23 Απριλίου 1821. Τελικά, μετά από μεγάλες ταλαιπωρίες, η Ζαραφοπούλα κατάφερε να μεταβεί στηνΎδρατης επαναστατημένηςΕλλάδας, κομίζοντας μαζί της μεγάλο χρηματικό ποσό το οποίο διέθεσε για τις ανάγκες της επανάστασης. ΣτηνΠελοπόννησο, χρησιμοποιήθηκε από τουςΚολοκοτρώνηκαιΥψηλάντηως κατάσκοπος εντός τηςΤριπολιτσάςκαι τουΝαυπλίου. Τα επόμενα χρόνια, χρηματοδότησε την εκστρατεία του Φαβιέρου στην Κάρυστο καθώς και την αντίστοιχη τουΧατζημιχάλη ΝταλιάνηστηνΚρήτη. Μεσούσης της επανάστασης, παντρεύτηκε τον αξιωματικό Γεώργιο ή Θεόδωρο Στεφάνου ο οποίος σκοτώθηκε μαχόμενος, αποκτώντας μαζί του δύο παιδιά. Πέθανε άπορη μετά το1865, έτος κατά το οποίο αιτήθηκε σύνταξη από την Επιτροπή Εκδουλεύσεων. Την προσφορά της Ζαραφοπούλας στην επανάσταση, πιστοποίησαν με σχετικά έγγραφα αρκετοί σημαντικοί οπλαρχηγοί όπως οιΓενναίος Κολοκοτρώνης,Χατζηχρήστος,Νικηταράςκ.ά.
Η Κυριακή Ναύτη υπήρξε η πρώτη γυναίκα μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνίστρια '21.Καταγόταν από τη Σμύρνη, πατέρας της ήταν ο Γεώργιος Μιτάκης, που στη Σμύρνη μετονομάστηκε Μαϊντιρλής, και μητέρα της η Πελοποννήσια Ζαφείρω. Παντρεύτηκε στη Σμύρνη τον γιατρό και Φιλικό Μιχαήλ Ναύτη. Παραδίδεται ότι στο σπίτι του Μιχαήλ Ναύτη πραγματοποιούνταν συχνά συναντήσεις των Φιλικών που κίνησαν τις υποψίες της Κυριακής Ναύτη. Η Κυριακή είδε την αλληλογραφία των Φιλικών και, όταν πίεσε τον σύζυγό της για να μάθει την αλήθεια, αποφασίστηκε από τους υπόλοιπους εταίρους να μυηθεί, παρόλο που ήταν γυναίκα. Τελικά, η Κυριακή Ναύτη έδωσε τον όρκο των Φιλικών και έμεινε στην ιστορία ως η πρώτη γυναίκα μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Πρόσφερε, μάλιστα, 3.000 γρόσια για την οργάνωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Πριν την κήρυξη της επανάστασης το ζευγάρι φοβούμενο αντίποινα των Τούρκων μετακόμισε στη Σύρο. Και εκεί ανέπτυξαν έντονη δραστηριότητα. Ο σύζυγός της ίδρυσε νοσοκομείο στο νησί το 1833. Η οικονομική συνεισφορά της Κυριακής Ναύτη είναι αξιοσημείωτη: εκτός του ποσού που έδωσε στην Φιλική Εταιρεία, πρόσφερε σχεδόν όλη την περιουσία της στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Επίσης ανέπτυξε κοινωνική δράση. Το όνομα της Κυριακής συνδέεται με εράνους και δράσεις, κυρίως για την εκπαίδευση των κοριτσιών στη Σύρο.
Οι Σουλιώτισσες
Δέσπω Μπότσαρη: Καταγόταν από τη σουλιώτικη οικογένεια των Σεχαίων. Αδέλφια της ήταν ο Γιαννάκης, ο Γεώργιος και ο Δημήτριος Σέχος. Ήταν γυναίκα του Σουλιώτη οπλαρχηγού Γιωργάκη Μπότση. Η λεοντόψυχη αυτή Σουλιώτισσα έμεινε στην ιστορία για την αντίστασή της στα στρατεύματα του Αλή Πασά και τον ηρωικό της θάνατο -μαζί με τα γυναικόπαιδα που είχε υπό την προστασία της- στον πύργο του Δημουλά, στο χωριό Ρηνιάσα (σημ. Ριζά) του Ζαλόγγου, στις 25 Δεκεμβρίου του 1803.
Λένω Μπότσαρη: Βρισκόμαστε στα 1804. Η Λένω, η κόρη του Κίτσου Μπότσαρη, δεκαπέντε μόλις ετών, αποκλεισμένη από τους στρατιώτες του Αλή πασά στο μοναστήρι του Σέλτσου των Αγράφων, πολεμά γενναία εναντίον των Τούρκων μαζί με τους συμπατριώτες της τους Σουλιώτες. Ο αδελφός της ο Γιάννης σκοτώνεται. Συνεχίζει τον πόλεμο στο πλευρό του θείου της σε άλλο πεδίο τον αγώνα, κοντά στον Αχελώο ποταμό. Περικυκλώνεται όμως από τους εχθρούς και, για να μην πέσει στα χέρια τους, ρίχνεται στο ποτάμι και πνίγεται.
Ο απαράμιλλος ηρωισμός τους έχει απαθανατιστεί και στα γνωστά δημοτικά τραγούδια "Της Δέσπως" & "Της Λένως" :
Κι ἐκεῖνος τ᾿ἀποκρίθηκε καὶ στρίφτει τὸ μουστάκι: «Πᾶτε κι ἐσεῖς κι ἡ πίστη σας, μουρτάτες νὰ χαθεῖτε! Ἐγὼ Γραικὸς γεννήθηκα Γραικὸς θὲ ν΄ἀποθάνω»
Ο Αθανάσιος Γραμματικός σε ηλικία 12 ετών στάλθηκε από τη μητέρα του στο μοναστήρι του Αγ. Ιωάννη του Προδρόμου στην Αρτοτίνα Φωκίδας για την εκπαίδευσή του. Έγινε μοναχός σε ηλικία ετών και, λόγω της αφοσίωσής του στη χριστιανική πίστη και της ιδιοσυγκρασίας του, έγινε πολύ γρήγορα διάκος και από το οποίο απέκτησε έτσι και το νέο του επώνυμο.Η λαϊκή παράδοση αναφέρει πως όταν ο Αθανάσιος Διάκος ήταν μοναχός, ένας Τούρκος πασάς πήγε στο μοναστήρι του Προδρόμου με τα στρατεύματά του και εντυπωσιάστηκε απ' την εμφάνιση του νεαρού μοναχού. Ο Διάκος προσβλήθηκε απ' τα λεγόμενα του Τούρκου και μετά από καβγά τον σκότωσε. Έτσι αναγκάστηκε να φύγει στα κοντινά βουνά και να γίνει κλέφτης. Αρχικά βρισκόταν υπό την εξουσία διαφόρων καπετανέων της Ρούμεληςκαι διακρίνεται σε διάφορες συγκρούσεις με τους Τούρκους. Αργότερα οι Κλέφτες λόγω της καταδίωξης τους από τις τουρκικές αρχές χωρίστηκαν σε μπουλούκια (μικρές ομάδες) υπό το Διάκο, τον Γούλα και τον Σκαλτσοδήμο.Περίπου εκείνο τον καιρό, ο Αθανάσιος Διάκος πληροφορήθηκε ότι ο πατέρας του Νικόλαος κι ένας από τους αδερφούς του ο Απόστολος δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους στις φυλακές. Ο Διάκος ορκίζεται να πάρει εκδίκηση και το καταφέρνει με τα παλληκάρια του αποδεκατίζοντας το τουρκικό απόσπασμα που βρισκόταν στην περιοχή τους. Μετά απαγάγουν την κόρη του Μπαμπαλή, κοτζαμπάση της Δωρίδας, την μετέφεραν στο λημέρι τους στην Καρυά και ζητούν από τον Μπαμπαλή, να πάει στο Λιδωρίκι και να ενεργήσει, ώστε να τους δώσουν οι Τούρκοι το αρματολίκι και πράγματι το πέτυχαν. Ο Διάκος υπήρξε αρματολός για δύο χρόνια (1814-16) στο στρατό του Αλή Πασά τον ίδιο καιρό με τον Οδυσσέα Ανδρούτσου, του οποίου υπήρξε και για ένα περίπου χρόνο πρωτοπαλίκαρο. Μετά από το ξέσπασμα της Επανάστασης ο Διάκος κι ένας ντόπιος καπετάνιος, ο Βασίλης Μπούσγος, οδήγησαν ένα απόσπασμα μαχητών στη Λιβαδειά με σκοπό την κατάληψη της. Στις 1 Απριλίου του 1821, μετά από τρεις ημέρες άγριας μάχης από σπίτι σε σπίτι, το κάψιμο του σπιτιού του Μιρ Αγά και στις 4 Απριλίου στην κατάληψη του κάστρου. Η πόλη έπεσε, η Λιβαδειά ήταν ελεύθερη. Ο Χουρσίτ πασάς, εντεταλμένος από τον Σουλτάνο, στέλνει δύο από τους ικανότερους διοικητές του απ' τη Θεσσαλία, τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ-Μεχμέτ πασά, επικεφαλής 8.000 πεζών και 1.000 ιππέων με διαταγή να καταστείλουν την επανάσταση στη Ρούμελη και μετά να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο και να σταματήσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Διάκος και το απόσπασμά του, που ενισχύθηκαν από το Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, αποφασίζουν να αποκόψουν την τούρκικη προέλαση στη Ρούμελη και η ελληνική δύναμη των 1.500 ανδρών χωρίστηκε σε τρία τμήματα: ο Δυοβουνιώτης θα υπερασπιζόταν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου, ο Πανουργιάς τα ύψη της Χαλκωμάτας και ο Διάκος το γιοφύρι της Αλαμάνας. Τελικά παρά την ηρωική αντίσταση, οι Τούρκοι θα επιβλήθούν κατά κράτος και ο σοβαρά πληγωμένος στον δεξί ώμο Διάκος συλλαμβάνεται. Οι συναγωνιστές του Καλύβας και Μπακογιάννης που όρμησαν να το σώσουν σκοτώθηκαν κοντά στον αρχηγό τους. Ο Διάκος μεταφέρθηκε στην Λαμία μπροστά στον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος τον γνώριζε από την κοινή θητεία τους παλιότερα στην αυλή του Αλή Πασά, τον εκτιμούσε πολύ και προσφέρθηκε να τον κάνει ανώτερο αξιωματικό στον οθωμανικό στρατό, αν αλλαξοπιστούσε και ασπαζόταν το Ισλάμ. Ο Διάκος αρνήθηκε και ο Ομέρ πασάς έδειξε συμπάθεια προς τον Διάκο αλλά κάποιος Χαλήλ μπέης ικέτευσε για την άμεση θανάτωσή του, επηρεάζοντας και τον Κιοσέ-Μεχμέτ, που ιεραρχικά ήταν ανώτερος του Ομέρ Βρυώνη. Την επόμενη μέρα στις 24 Απριλίου 1821, ο Αθανάσιος Διάκος αντιμετωπίζει το μαρτυρικό του θάνατο με θάρρος. Οι Τούρκοι θα τον καρφώσουν τότε σε μιτερό πάσαλλο και μετά τον θάνατό του θα πέταξαν το λείψανό του σε κοντινό χαντάκι.
Η μνήμη του Αθανάσιου Διάκου πέρασε στο θρύλο, ενέπνευσε πολλούς ποιητές, καλλιτέχνες και συγγραφείς ακόμα και εκτός Ελλάδος. Στις αρχές του 20ου αιώνα στήθηκε ο μαρμάρινος αδριάντας του στη Λαμία, έργο του γλύπτη Ιωάννη Καρακατσάνη, και αργότερα προτομές του στην Αθήνα και τη Μουσουνίτσα (Αθ. Διάκος). Ζωγραφικές παραστάσεις του έγιναν από τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ, τον Παρθένη, τον Φώτη Κόντογλου και τον Μποστ. Σαν λαϊκός ήρωας εμφανίζεται και στο θέατρο σκιών ("Καραγκιόζη") και αρκετοί καραγκιοζοπαίχτες φιλοτέχνησαν φιγούρες του, όπως ο Κούζαρος, ο Βασίλαρος και ο Ευγένιος Σπαθάρης. Η λαϊκή μούσα, μέσα από τη δημοτική μας ποίηση αλλά και διαπρεπείς ποιητές, όπως ο Ιωάννης Ζαμπέλιος, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο Κωστής Παλαμάς κ. ά, εμπνεύστηκαν από την ηρωϊκή και συνάμα μαρτυρική μορφή του.
Ανθίζουν δένδρα και κλαδιά; Τσάμικο
https://www.youtube.com/watch?v=l8ipfTujRsw
Του Αθανάσιου Διάκου
https://www.youtube.com/watch?v=Msx8yFFZdSA
Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης
Μουσική: Παραδοσιακή
CD: "Ο ΡΑΣΟΥΛΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΡΑΣΟΥΛΗ-ΝΑΙ ΣΤΟ ΝΑΙ ΚΑΙ ΝΑΙ ΣΤΟ ΟΧΙ"