Παρατηρήσεις: Από τον μικρό αυτό κατάλογο απουσιάζουν ονόματα ηθοποιών που χρησιμοποίησαν στο ξεκίνημα ψευδώνυμα αλλά τελικά έκαναν καριέρα με το πραγματικό τους ή αυτούς που χρησιμοποίησαν τα επώνυμα της μητέρας τους αντί του πατέρα (π.χ. Χάρης Ρώμας, Φίλιππος Σοφιανός). Ούτε και για αυτούς που είχαν δύο βαπτιστικά ονόματα (π.χ. Αλίκη Σταματίνα Βουγιουκλάκη).
ΚΩΣΤΗΣ ΚΟΤΖΙΑΣ (1921-1979):"Ό Κοτζιάς θεωρείται ό σημαντικότερος εκπρόσωπος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην Ελλάδα. Ή ιδεολογία του Κοτζιά άσκησε μεγάλη επιρροή στο συγγραφικό του έργο, το οποίο κυρίως πραγματεύεται κυρίως την ζωή και τους αγώνες της εργατικής τάξης στην μεταπολεμική Αθήνα."
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ (1926-1992): Υπήρξε ένας εκ των σημαντικότερων μεταπολεμικών συγγραφέων ενώ για το έργο του "Φανταστική Περιπέτεια" είχε τιμηθεί με το Α' Κρατικό Βραβείο μυθιστορήματος το 1987. "Ό Αλέξανδρος Κοτζιάς την θεματολογία των έργων του, την αντλούσε κατεξοχήν από κοινωνικά θέματα. Στο έργο του Αλέξανδρου Κοτζιά κυριαρχεί ο πολιτικός και κοινωνικός προβληματισμός γύρω από τη νεώτερη ελληνική ιστορία, από τη γερμανική κατοχή και τον Εμφύλιο, ως την πτώση της απριλιανής δικτατορίας και τις μέρες μας."
Προέρχονταν από εύπορη οικογένεια, η οποία όμως καταστράφηκε οικονομικά κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ενώ είχε προηγηθεί και ο θάνατος του πατέρα τους το 1936. Ο μεγάλος αδελφός σπούδασε Ιατρική ενώ ο μικρός στη Νομική χωρίς κανένας από τους δύο να καταφέρει να αποκτήσει πτυχίο. Για ένα μεγάλο διάστημα (1950-56) ασχολήθηκαν με τις οικοδομικές επιχειρήσεις.
Ο Κ. Κοτζιάς κανε την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία με το θεατρικό έργο "Το ξύπνημα" (1946). Στη συνέχεια συνεργάστηκε με την Ομάδα των Νέων Λογοτεχνών στην έκδοση του περ. Θεμέλιο. Ο ίδιος ο Κοτζιάς συνίδρυσε το «Ρεαλιστικό Θέατρο» (1949) μαζί με τον Γιώργο Γιαννίδη και εργάστηκε επίσης ως σκηνοθέτης του. Το 1957 κυκλοφόρησε τον Καπνισμένο Ουρανό, που απέσπασε το πρώτο βραβείο πεζογραφίας από τον Δήμο Αθηναίων. Ό Κοτζιας το 1946 συνεργάστηκε με το περιοδικό του Δημήτρη Φωτιάδη Ελεύθερα Γράμματα. Ανέλαβε τη στήλη της θεατρικής κριτικής στις εφημερίδες Δημοκρατική και Δημοκρατικός. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία: έγραφε κριτική θεάτρου, και μετά το 1974 και την μεταπολίτευση ήταν ανταποκριτής του Ριζοσπάστη στη Μόσχα. Επίσης συνεργάστηκε και με τις εφημερίδες Ανεξάρτητος Τύπος και Αυγή, Ό Κοτζιάς συνεργάστηκε και με το περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης. Η πρώτη εμφάνιση του Κ. Κοτζιά στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποιήθηκε το 1957 με τη δημοσίευση του μυθιστορήματος Ο καπνισμένος ουρανός. Συνολικά η πεζογραφική του παραγωγή αποτελείται από πέντε μυθιστορήματα, τα δύο ("Επί εσχάτη προδοσία" και "Αίγιστος") με θέμα εμπνευσμένο από την υπόθεση Πλουμπίδη. Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση, τις διασκευές λογοτεχνικών έργων για το θέατρο, ενώ έγραψε και δοκίμια. Επίσης ό Κοτζιάς μετέφρασε και διάφορα ρωσικά και κυρίως ισπανικά λογοτεχνικά έργα. Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, σουηδικά, τσέχικα, ρωσικά, ουγγρικά και βουλγάρικα. Αρκετά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες. Εκτός από θεατρικά έργα και μυθιστορήματα, δημοσίευσε πολλά άρθρα, δοκίμια, μελέτες και διασκευές έργων του Καζαντζάκη και του Ντοστογιέφσκι.
Ο Α. Κοτζιάς εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα με την δημοσίευση του διηγήματος "Πολιορκία το 1953 στα Μαθητικά Γράμματα με θέμα τα τελευταία γεγονότα της κατοχικής περιόδου και εν συνεχεία δημοσίευσε πληθώρα μεταφράσεων και μυθιστορημάτων. Παράλληλα ασχολήθηκε επαγγελματικά με την δημοσιογραφία και την λογοτεχνική κριτική(1956 - 1982) συνεργαζόμενος με διάφορες εφημερίδες και περιοδικά όπως η Μεσημβρινή, Το Βήμα, η Φιλολογική Καθημερινή, την επιμέλεια της οποίας είχε αναλάβει κατά την περίοδο 1975 - 1982. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των Συνταγματάρχων διώχθηκε για την αντιδικτατορική δράση του αφού συμμετείχε σε διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις, ενώ συμμετείχε στην έκδοση των "Δεκαοχτώ Κειμένων" και υπήρξε ένας εκ των υπευθύνων της έκδοσης προκειμένου να αποφευχθεί πιθανή δίωξη στην εκδότρια των εκδόσεων Κέδρος, Νανά Καλλιανέση. Αργότερα συμμετείχε στην έκδοση "Νέα Κείμενα Ι" και "Νέα Κείμενα ΙΙ". Διετέλεσε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, της οποίας χρημάτισε σύμβουλος το 1986 και αντιπρόεδρος (1982-1984) της.
Η σειρά είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα του Κωστή Κοτζιά. Η ζωή σε μια προσφυγική γειτονιά στα χρόνια της Μεταξικής δικτατορίας, της Κατοχής και της αντίστασης, μέσα από τις απλές οικογενειακές ιστορίες μιας ομάδας ανθρώπων που κατοικούν σε μια αθηναϊκή αυλή.
Την σειρά έντυσαν μουσικά ο Βασίλης Δημητρίου και στιχουργικά ο Βαγγέλης Γκούφας.
Η Θωμαΐς Ανδρούτσου γεννήθηκε στις 27 Απριλίου 1974 στην Θεσσαλονίκη όπου και μεγάλωσε. Τελειώνοντας το σχολείο σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή Βεάκη. Έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο το 1999 στην ταινία "Αυτή η νύχτα μένει". Ακολούθησαν οι ταινίες "Μια φορά και ένα... μωρό" (2011), "Στα Καλά Καθούμενα" (2014) και "Μαζί τα φάγαμε" (2018). Το τηλεοπτικό της ντεμπούτο έγινε τη σεζόν 2002-2003 στον δεύτερο κύκλο της οικογενειακής σειράς Άκρως Οικογενειακόν με πρωταγωνιστές τους Γιάννη Μπέζο και Ναταλία Τσαλίκη. Τη σεζόν 2004-2005 πρωταγωνίστησε μαζί με τον Σπύρο Παπαδόπουλο και την Κατερίνα Παπουτσάκη στην κωμική σειρά "Η απλή μέθοδος των τριών". Τη σεζόν 2006-2007 είχε ένα από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στη σειρά του Δημήτρη Αρβανίτη "Τύχη Βουνό" ενώ την επόμενη σεζόν έπαιξε στη σειρά Super Μπαμπάς. Το 2009 συμμετείχε στις σειρές "Έχω ένα μυστικό..." και "Εργαζόμενη Γυναίκα". Από το 2009 μέχρι το 2010 έπαιξε κωμική σειρά του Αλέξανδρου Ρήγα "Η Οικογένεια Βλάπτει". Το 2015 έκανε μία guest εμφάνιση στο δεύτερο κύκλο της σειράς Μην αρχίζεις τη μουρμούρα ενώ τη σεζόν 2015-2016 πρωταγωνίστησε στην οικογενειακή κωμική σειρά Τρελή Οικογένεια. Το 2017 έκανε μία σύντομη εμφάνιση στη σειρά Το σόι σου ενώ τη σεζόν 2017-2018 πρωταγωνίστησε μαζί με τις Πηνελόπη Αναστασοπούλου, Νίκη Γρανά και Κατερίνα Μισιχρόνη στη σειρά "4χχχ4".
Η Μαρία Ανδρούτσου είναι ηθοποιός και τραγουδίστρια. Γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1969 στην Θεσσαλονίκη. Από μικρή ηλικία ξεκίνησε να ασχολείται με τη μουσική και συγκεκριμένα με το πιάνο πάνω στο οποίο έχει πάρει και δίπλωμα. Τελειώνοντας το σχολείο έκανε σπουδές στην υποκριτική, τη μουσική και το χορό ενώ για κάποιο διάστημα εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για να παρακολουθήσει και εκεί μαθήματα μουσικής. Έκανε το τηλεοπτικό της ντεμπούτο ως ηθοποιός, το 2000, στην κωμική σειρά τουΧάρη Ρώμα "Λίφτινγκ"που προβλήθηκε για δύο τηλεοπτικές σεζόν από τονAnt1. Τη σεζόν 2003-2004 έπαιξε στην κωμική σειρά τουΓιώργου Καπουτζίδη "Σάββατο γεννημένος"ενώ το 2004 συμμετείχε σε ένα επεισόδιο της σειράς "Επτά Θανάσιμες Πεθερές". Ευρύτερα γνωστή έγινε μέσα από τη σειρά "Πενήντα Πενήντα"και το ρόλο της Ξανθίππης Αλεβίζου. Λόγω της μεγάλης επιτυχίας της σειράς ακολούθησε μία τηλεταινία το 2010 ενώ τη σεζόν 2010-2011 προβλήθηκε και ο τρίτος και τελευταίος κύκλος της σειράς.
Μαρία Ανδρούτσου - Hate my self for you https://www.youtube.com/watch?v=-hLFN0QKeXE
Στέλιος Καζαντζίδης - Ξέρω νεκρούς Σπύρος Ζαγοραίος - Εκεί που μένουν οι νεκροί Χαρούλα Λαμπράκη - Δεν ζωντανεύουν οι νεκροί Κώστας Καράλης - Οι νεκροί
Γρηγόρης Μπιθικώτσης - Χίλιες φορές στον άλλο κόσμο
Γιώργος Νταλάρας - Του κάτω κόσμου τα πουλιά
Χαρούλα Λαμπράκη- Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά
Χίλιες φορές στον άλλο κόσμο
Στίχοι: Κώστας Βίρβος
Μουσική-Εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Γιώργος Ξηντάρης -Χτυπώ νεκροί κι ανοίξτε μου (Μινόρε μανές)
Γεννήθηκε στο Κάϊρο της Αιγύπτου από Έλληνες γονείς. Το 1966 κυκλοφόρησε στην Αίγυπτο το πρώτο της 45άρι, ένα αγγλόφωνο τραγουδι το "The Champion" που αναφέρεται στον Μοχάμεντ Άλι. Στα τέλη όμως της δεκαετίας του '60 ήρθε στην Αθήνα, όπου και συνεργάστηκε με τους SOVER GROUP. Η Έλενα με την ιδιόρρυθμη γοητευτική ξένη προφορά της και οι Sover Group, το 1968 έγραψαν το πρώτο 45άρι με τίτλο "Αγόρι Μου Γλυκό" το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ακολούθησαν αρκετά ακόμα 45άκια ώσπου το 1970 ηχογραφεί το πρώτο της LP ''Σε περιμένω τ' άλλο καλοκαίρι''. Στα τέλη όμως του 1970 η Έλενα αποχωρεί από την μπάντα για να ακολουθήσει σόλο καριέρα. Τελικά όμως ούτε η ίδια αλλά ούτε και οι Sover θα κατορθώσουν να σταθεροποιηθούν παρότι ακολουθούν διάφορες ανακατατάξεις στα πρόσωπα έτσι θα έρθει και η τελική διάλυση του συγκροτήματος.
Η τραγουδίστρια Αρετή Αηδονά (15 Φεβρουαρίου) γεννήθηκε στην Αθήνα και ξεκίνησε επαγγελματικά στο χώρο το 1990. Συνεργάστηκε με πολύ μεγάλα ονόματα του λαϊκού πενταγράμμου όπως ο Πουλόπουλος, η Μοσχολιού, η Λίτσα Διαμάντη όπως και πολλοί νεώτεροι.
Στον ελληνικό αθλητισμό και δη στο ελληνικό ποδόσφαιρο τη δεκαετία του ‘70 και του ‘80 οι ελληνοποιήσεις ξένων παιχτών ήταν κάτι πολύ το σύνηθες όπως και στο μπάσκετ περισσότερο τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ενω το ίδιο έγινε και τη δεκαετία του '90 σε πολλά άλλα ομαδικά αθλήματα αλλά και στα ατομικά όπως π.χ. η άρση βαρών, τζούντο κ. ά..
Ιδιαίτερα όμως "οι ελληνοποιήσεις" ποδοσφαιριστών όπως προείπαμε ήταν σύνηθες φαινόμενο στις δεκαετίες του '70 και του '80 καθώς είχαν καταμετρηθεί 128 τέτοιες ελληνοποιήσεις. Οι περισσότεροι από αυτούς παρουσιάζονταν από τις ομάδες τους σαν Ελληνες ομογενείς του εξωτερικού ενώ λόγω των ενστάσεων των αντιπάλων ομάδων υποχρεώθηκε τελικά η πολιτεία να εφαρμώσει πιο αυστηρούς έλεγχους και κανόνες για το ποιος δικαιούται την ελληνική ιθαγένεια έστω και αν μερικές φορές το ίδιο το κράτος επέμενε και επιμένει να κάνει τα στραβά μάτια.
Όπως και να έχει όμως η Ελλάδα κέρδισε πάρα ζημειώθηκε από αυτή την πολιτική και ο κατάλογος των αθλητών που τον ακολουθεί το επιβεβαιώνει πανηγυρικά.
Ο Χουάν Ραμόν Ρότσαγεννήθηκε στις 8 Μαΐου1954 στην πόλη Σάντο Τομέ του Κορριέντες της Αργεντινής και ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία από τη Νιούελς Οντ Μπόις το 1972, και κατέκτησε το Πρωτάθλημα Μετροπολιτάνο το 1974 και υπήρξε 3 φορές διεθνής με την Εθνική Αργεντινής. Το 1975 εντοπίστηκε από τον Πορτογάλο προπονητή Γκόμεζ Ντε Φαρία (Gómez de Faria) για λογαριασμό του Παναθηναϊκού και το Μάιο του ίδιου έτους βρέθηκε για λίγο στην Ελλάδα όπου εντάχθηκε στην ομάδα των πρασίνων για έξι μήνες χωρίς ωστόσο να ολοκληρωθεί η μεταγραφή του, παρά το γεγονός ότι εντυπωσίασε σε όλες τις φιλικές αναμετρήσεις που συμμετείχε. Ο Παναθηναϊκός προτίμησε τότε να δώσει τις δύο θέσεις του ξένου παίκτη στους Γιουγκοσλάβους Μούικιτς και Τζόρτζεβιτς και να προσπαθήσει να του βγάλει ελληνικό διαβατήριο αφού οι ελληνοποιήσεις παικτών τα χρόνια εκείνα ήταν σύνηθες φαινόμενο. Ενδεικτικό του προγράμματος είναι ότι κατά μετρήθηκαν 128 τέτοιες ελληνοποιήσεις ενώ και ο Φαρία, που είχε έρθει στην Ελλάδα τον Μάιο του 1971 με την Ελληνίδα σύζυγο του για διακοπές και τελικά ανέλαβε τα ινία του ΠΑΣ Γιάννινα γρήγορα διαπίστωσε ότι με τα χρήματα που του ζήτησαν για έναν Έλληνα μπορούσε να αποκτήσει μια ενδεκάδα Αργεντινούς μεγάλων δυνατοτήτων. Έτσι, έφερε στην Ελλάδα με 700.000 τους ελληνοποιημένουςΕδουάρδο Κοντογιώργακη(Ριγκάνι),Αλφρέδο Γκλασμάνη(Γκλάσμαν), Χοσέ Παστερνάκη (Πάστερνακ), Εδουάρδο Λίσα,Χουάν ΜόντεςκαιΌσκαρ Αλβαρες φτιάχνοντας έτσι τον μεγάλο "Αγιαξ της Ηπείρου". Ο Φαρία λοιπόν ήταν ο άνθρωπος που πρωτοέφερε και τον Ρότσα στην Ελλάδα αλλά η μεταγραφή ναυάγησε αφού η Νιουελς Ολντ Μπόις ζήτησε 50.000 δραχμές για το Ρότσα, ποσό που ο Παναθηναϊκός έκρινε ως υψηλό, με συνέπεια να τον αγοράσει το 1977 η Κολομβιανή Ατλέτικο Τζούνιορ και το 1978 η Μπόκα Τζούνιορς. Τελικά τον Δεκέμβριο του 1979 ο Ρότσα μεταγράφηκε στον Παναθηναϊκό, ως ομογενής με το όνομα Μπουμπλής ως παιδί του Γιώργου Μπουμπλή από το Αιγάλεω, του πεθερού δηλαδή του Γκόμεζ Ντε Φαρία. Ο Ολυμπιακός έκανε ένσταση για πλαστογραφία και για το λόγο αυτό ο Ρότσα αγωνίστηκε ως ξένος έως τη συμπλήρωση των απαιτούμενων ετών στην Ελλάδα, οπότε και απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα. Ο μεγάλος Αργεντίνος έπαιξε μέχρι το τέλος της καριέρας του στο τρυφίλλι το 1989, μετρώντας συνολικά 227 εμφανίσεις, 13 γκολ και κερδίζοντας2 Πρωταθλήματα Ελλάδος, 5 Κύπελλα και 1 Σούπερ Καπ. Μετά την αποχώρησή του από τα γήπεδα ασχολήθηκε με την προπονητική κατακτώντας 2 Πρωταθλήματα Ελλάδος, 2 Κύπελα και 1 Σούπερ Καπ όλα με τον Παναθηναϊκό.
Η επί δεκαετίες επιτυχημένη παρουσία του στον Παναθηναϊκό ως παίκτης, προπονητής, τεχνικός σύμβουλος, σκάουτερ, υπεύθυνος ακαδημιών, έκανε το όνομά του ταυτόσημο με το σύλλογο και αποτελεί μια εμβληματική φυσιογνωμία και μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες που υπηρέτησαν την ομάδα.
Τέλος ο μεγάλος Αργεντίνος εκτός από την μπάλα έχει και μια ακόμη αγάπη το τραγούδι.
Ο συνθέτης και μουσικοκριτικός Γεώργιος Αξιώτης, γεννήθηκε στη Μαριούπολη το 1875. Παππούς του ήταν ο πολιτικόςΑλέξανδρος Αξιώτηςκαι πατέρας του ήταν ομυκονιάτικηςκαταγωγήςΠαναγιώτης Αξιώτης(1840-1918) πού ασχολήθηκε με το εμπόριο σιτηρών στη Ρωσία και απέκτησε τεράστια περιουσία, συγχρόνως όμως ήταν και αξιόλογος συγγραφέαςδιηγημάτωνκαι μεταφραστήςρωσικώνφιλολογικών έργων. Η οικογένεια έφυγε από τη Ρωσία και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, το 1887. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του γράφηκε στη Νομική Σχολή, όπου σπούδασε για τρία χρόνια, ενώ παράλληλα άρχισε μουσική στην Ελλάδα ως μαθητής τού σημαντικού Συριανού συνθέτη Λουδοβίκου Σπινέλλη. Στη συνέχεια, σπούδασε στο Ωδείο San Pietro a Majella τηςΝάπολης, στο οποίο είχαν φοιτήσει πολλοί Επτανήσιοι συνθέτες, παίρνοντας δίπλωμα και εύφημο μνεία. Καθηγητής του εκεί υπήρξε ο σημαντικότατος δάσκαλος τής εποχής Paolo Serrao και συμαθητής του, ο φίλος του Γεώργιος Λαμπελέτ. Επέστρεψε στην Ελλάδα και έγινε διευθυντής του Ωδείου Πειραϊκού Συνδέσμου με βοηθό τον Γ. Λαμπελέτ. Μαζί του εξέδωσε τον μοναδικό τόμο του περ. Κριτική, μέσω του οποίου έθεσε ως στόχο την αναμόρφωση της μουσικής παιδείας στην Ελλάδα. Τελικά όμως άλλαξε γνώμη και απόφαση να αποσυρθεί οριστικά από τα μουσικά πράγματα του χώρου και να εγκατασταθει από το 1905 οικογενειακώς μόνιμα στη Μύκονο. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει κάποιο έργο του Αξιώτη που να έχει εκδοθεί. Τα τραγούδια του, ειδικά, βρίσκονται στην κατοχή ιδιωτών, ενώ τα υπόλοιπα είναι στη συντριπτική τους πλειονότητα αχρονολόγητα. Παραμένουν ανέκδοτα, αδισκογράφητα και, κάποια εξ αυτών, -ακόμα και σήμερα- ανεκτέλεστα.
Πέθανε το 1924 στη Μύκονο. Κόρη του ήταν η πεζογράφου και ποιήτριας Μέλπως Αξιώτη (1905-1973).
Ο θεόςΕρμής, που ήταν γνωστός για την πονηριά και την ταχύτητά του, συχνά εμπλεκόταν και σε κλοπές, όπως π.χ. στον μύθο για τα βόδια του Απόλλωνα.
Ο Προκρούστης (ή Πολυπήμων ή Δαμάστης)ήταν μυθικός ληστής της Αθήνας και πατέρας του Σίνη του «Πιτυοκάμπτη». Το λημέρι του ήταν στην περιοχή Δαφνί στο Χαϊδάρι. Προσκαλούσε κάθε διαβάτη να ξαπλώσει σε ένα σιδερένιο κρεβάτι, γνωστό ως Προκρούστειος κλίνη. Αν το θύμα ήταν ψηλό κι εξείχε από το κρεβάτι, ο Προκρούστης έκοβε το περίσσιο τμήμα του σώματός του. Αντιθέτως, αν το θύμα ήταν πιο κοντό, τότε τραβούσε τα άκρα του μέχρι να φτάσουν στο μήκος του κρεβατιού. Ο Προκρούστης συνέχιζε την αιματηρή δράση του, μέχρι που τον συνάντησε ο Θησέας στο δρόμο του.
Ο Αυτόλυκος, ο πατέρας της Αντίκλειας και παππούς του Οδυσσέα είχε κληρονομήσει την ικανότητα από τον πατέρα του Ερμή την ικανότητα να κλέβει και να μεταμορφώνει τα κλεμμένα. Νικήθηκε όμως από τον Σίσυφο, του οποίου προσπάθησε ανεπιτυχώς να κλέψει τα ζώα.
Ο Σκίρωναςήταν άλλος ένας μυθικός Κορίνθιος ληστής, γιος του Πέλοπα. Ο Σκίρων είχε το λημέρι του στον γκρεμό που είχε το όνομά του, τις λεγόμενες Σκιρωνίδες πέτρες, τη σημερινή «Κακιά Σκάλα». Παραμόνευε στον δρόμο Αθηνών-Πελοποννήσου και όταν περνούσε από εκεί μοναχικός ταξιδιώτης, τον λήστευε, τον αιχμαλώτιζε και τον βασάνιζε. Συνήθως ο Σκίρων υποχρέωνε τον αιχμάλωτό του να του πλύνει τα πόδια στην άκρη του γκρεμού, και την ώρα που αυτός ήταν απασχολημένος, του έδινε μια κλοτσιά και τον έριχνε από τον γκρεμό στη θάλασσα. Εκεί έβγαινε μια τεράστια χελώνα και έτρωγε τα κομμάτια του.
Αρχαίοι Έλληνες απατεώνες
Οι Κέρκωπες ήταν δύο αδελφοί, διαβόητοι κλέφτες, ψεύτες και μικροαπατεώνες που κατάγονταν από την Οιχαλία αλλά ζούσαν συνήθως στη Βοιωτία ή κατ' άλλη εκδοχή κοντά στην Έφεσο. Κατά τις διάφορες παραδόσεις τα ονόματά τους ήταν Ώλος και Ευρύβατος ή κατ' άλλους Σίλλος και Τριβαλός ή Ανδούλος και Άτλαντος ή Πάσσαλος και Άκμων. Ειδικά όμωςτο όνομα Ευρύβατος (ή Ευρυβάτης) ταυτίστηκε με τον απατεώνα και από αυτό παράγεται και το ρήμα "ευρυβατεύομαι" που σημαίνει εξαπατώ, δηλ. φέρομαι όπως ο Ευρύβατος).
Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν και άλλους διαβόητους αρχαίους απατεώνες όπως οι Σώστρατος και Δημοκλείδης αλλά και τον Τίμαρχο.
Σύγχρονοι Έλληνες λήσταρχοι
Υποσημείωση 1: Καθόλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οι κλέφτες ήταν μόνιμη πηγή αταξίας και ανησυχίας καθώς, οργανωμένοι σε ολιγομελείς ή πολυμελείς συμμορίες, προκαλούσαν τον τρόμο στους χωρικούς και τους διαβάτες, στήνοντας ενέδρες στους εμπόρους και τους ταξιδιώτες στα διάφορα περάσματα, τους λήστευαν ή τους κρατούσαν ομήρους μέχρι να εισπράξουν λύτρα, χωρίς γενικά να τους ενδιαφέρει το θρήσκευμα των θυμάτων τους. Το οθωμανικό κράτος, αδυνατώντας να επιβάλει το ίδιο την τάξη, ιδιαίτερα στις ορεινές επαρχίες του, χρησιμοποίησε ένοπλες ομάδες πρώην κλεφτών ή άλλων οπλαρχηγών, προκειμένου να περιορίσει τη δράση των κλεφτών. Οι ένοπλες αυτές ομάδες ονομάζονταν αρματολοι. Σταδιακά και μέχρι την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα το 1821, οι κλέφτες, μαζί με τους αρματολούς, αποτέλεσαν τη μόνη στρατιωτική δύναμη της Ελλάδας η οποία μπορούσε να πολεμήσει επιτυχώς τον κατακτητή, χάρη στην επιτυχημένη εφαρμογή του κλεφτοπολέμου. Άσχετα λοιπόν με τα αρχικά τους κίνητρα, οι ληστρικές αυτές ομάδες αποτέλεσαν τη "μαγιά της λευτεριάς, όπως έγραψε λίγο αργότερα ο αγωνιστής του '21 Μακρυγιάννης. Γνωστοί κλέφτες: Κατσαντώνης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Αθανάσιος Διάκος, Ζαχαριάς κ.ά.
Υποσημείωση 2: Το ίδιο ίσχυε και στις θάλασσες με τους πειρατές. Γνωστοί πειρατές: Λάμπρος Κατσώνης, Λιμπεράκης Γερακάρης, Ανδρέας Βερούσης, Ιωάννης Βαρβάκη, Λουκάς Βαλσαμάκη. Μετά την Απελευθέρωση και την έλευση Καποδίστρια το 1828 ο Ανδρέας Μιαούλης κατάφερε να πατάξη την πειρατεία.
19ος αιώνας
Γεώργιος Μπλάνης από την Ευρυτανία
Χρήστος Νταβέλης έδρασε στην Αττικής και τη Βοιωτίας
Κίτσος (Χρήστος Οικονόμου)
Λύγκος από την Αργολίδα
Λεβέντης
Τσουλλής
Παπακυριτσόπουλος
Δεληβοριάς
20ος αιώνας
Οι Ρεντζαίοι έδρασαν Ηπείρου
Γεώργιος Καραθανάσης καταγώταν από την Αράχωβα
Φώτης Γιαγκούλας από το χωριό Μεταξάς Κοζάνης
Μήτρος Τζατζάς έδρασε στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στην Μακεδονία την περίοδο του Μεσοπολέμου