Η ηθοποιός Βαρβάρα (Βέρα) Κρούσκα γεννήθηκε στην Αθήνα 1947.Σε ηλικία 15 ετών πήρε άδεια από την τότε επιτροπή «Εξαιρετικών ταλέντων» για να φοιτήσει στη Δραματική Σχολή του Μουσικού θεάτρου του Ωδείου Αθηνών, ενώ παράλληλα άρχισε να κάνει μαθήματα κλασικού και μοντέρνου χορού. Ξεκίνησε την επαγγελματική της σταδιοδρομία στην αρχή ως χορεύτρια ενώ παράλληλα έκανε το ντεμπούτο της στην κινηματογράφο με έναν μικρό ρόλο στην ταινία "Ο ταξιτζής"(1962). Τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο τον πήρε το 1967 με την ταινία "Έρωτες στη Λέσβο"του παραγωγούΤζέιμς Πάρις, με τον οποίο η Κρούσκα υπέγραψε τετραετές συμβόλαιο συνεργασίας. Η πρώτη εμφάνιση της στο θέατρο έγινε το 1968 με το έργο «Σαράντα καράτια» δίπλα στηνΈλλη Λαμπέτη. Επίσης έλαβε μέρος ως πρωταγωνίστρια στα έργα: «Το άνθος του κάκτου» με τον θίασο της Λαμπέτη και «Ταβάριτς», «Πικ νικ», «Όσκαρ», με το θίασο τουΚώστα Μουσούρη.
Η Βέρα Κρούσκα υπήρξε παντρεμένη από το 1976 έως το 1981 με τον ηθοποιό Κώστα Αρζόγλου.
Κάθε χρόνο από τον οργανισμό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης διοργανώνονται δύο σημαντικές κινηματογραφικές εκδηλώσεις: 1) το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (κάθε Νοέμβριο) και 2) το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Εικόνες του 21ου Αιώνα (κάθε Μάρτιο).
Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είναι ένα από τα παλαιότερα φεστιβάλ στον κόσμο αφού η πρώτη του διοργάνωση έγινε το 1960 και πολύ λίγα ακόμη διεθνή Φεστιβάλ στον κόσμο έχουν τόσο μεγάλη διάρκεια ζωής. Την ιδέα για διεξαγωγή ενός ετήσιου Φεστιβάλ Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη παρουσίασε η Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία «ΤΕΧΝΗ» που εκείνη την περίοδο αποτελούσε σημαντικό πόλο πολιτιστικής δράσης στη πόλη. Η εταιρία «Tέχνη», μέλη της οποίας αποτελούσαν τότε ο Λίνος Πολίτης και ο Παύλος Zάννας, πρότεινε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης την καθιέρωση Eλληνικού και Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ. Η πρωτοβουλία υποστηρίχτηκε και από αθηναϊκούς δημοσιογραφικούς και το υπουργείο Bιομηχανίας τη θεσμοθέτησε. Παράλληλα, υποστηρίχτηκε ενεργά από διανοούμενους όπως ο Mάριος Πλωρίτης, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντα της γραμματείας.
Από το 1960 έως το 1965 λειτούργησε υπό τον τίτλο «Eβδομάδα Eλληνικού Kινηματογράφου», το 1966 μετεξελίχτηκε σε «Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου» και λειτούργησε έτσι έως το 1991. Από το 1972 έως το 1981 και στα πλαίσια του, γίνεται η πρώτη απόπειρα διεθνοποίησης: διοργανώνεται ένα διεθνές διαγωνιστικό πρόγραμμα για μικρού μήκους ταινίες. Το 1992 η διοργάνωση απέκτησε διεθνή χαρακτήρα, και πέραν των ελληνικών προβάλλονται και ξένες ταινίες. Μετατρέπεται σε Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (Διεθνής ονομασία Thessaloniki International Film Festival, TIFF) και αποκτά ένα Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα στο οποίο συμμετέχουν σκηνοθέτες που έχουν γυρίσει την πρώτη ή τη δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους.
Το φεστιβάλ βραβεύει τις καλύτερες ταινίες που συμμετέχουν στο Διαγωνιστικό Τμήμα με Χρυσό, Αργυρό και Χάλκινο Αλέξανδρο. Υπάρχουν επίσης και τα: ειδικό βραβείο επιτροπής για πρωτοτυπία και καινοτομία, καθώς και πέντε ακόμη βραβεία, σκηνοθεσίας, σεναρίου, ανδρικής ερμηνείας, γυναικείας ερμηνείας και καλλιτεχνικού επιτεύγματος. Τα βραβεία τα απονείμει πενταμελής διεθνής κριτική επιτροπή. Επιπρόσθετα υπάρχουν και τα βραβεία κοινού για ταινίες που δεν συμμετέχουν στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα (Ελληνικές, Ματιές στα Βαλκάνια).
Τέλος, απονέμονται και ανεξάρτητα βραβεία με σημαντικότερο αυτά της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).
Οι πέντε καλύτερες ελληνικές ταινίες που βραβεύτηκαν από το Φεστιβάλ είναι:
"Μικρές Αφροδίτες" (1963) του Νίκου Κούνδουρου
"Κορίτσια στον ήλιο"(1968) του Βασίλη Γεωργιάδη
"Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση", (1971) με το αξέχαστο Θανάση Βέγγο
"Ρεμπέτικο" (1983) του Κώστα Φέρρη
"Λούφα και Παραλλαγή" (1984) του Νίκου Περάκη
Καίγομαι - Καίγομαι
https://www.youtube.com/watch?v=aXJQmTSptCc
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη Εκτέλεση: Σωτηρία Λεονάρδου στην ταινία "Ρεμπέτικο" του Κώστα Φέρρη. [1]
Ο Κώστας Φέρρης γεννήθηκε στις 18 Απριλίου 1935 στο Κάιρο της Αιγύπτου. Είναι Έλληνας και η οικογένεια του έχει κυπριακές και λιβανέζικες καταβολές. Η παιδεία του ήταν προσανατολισμένη στο διεθνή ορίζοντα, αλλά βασισμένη στις ελληνικές ρίζες του. Σπούδασε στην Αμπέτειο Σχολή και στη Δραματική Σχολή του Τάκη Τσάκωνα στο Κάιρο, στην Ανωτέρα Σχολή Κινηματογράφου στην Αθήνα, και συνέχισε τις σπουδές του με stages στη Ναντέρ και στη Σορβόννη, στο Παρίσι. Απ` το 1957 εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Δουλεύει ως βοηθός σκηνοθέτη σε περισσότερες από 60 ταινίες μυθοπλασίας. Συνεργάζεται με τα μεγαλύτερα ονόματα του χώρου (Μιχάλη Κακογιάννη, Νίκο Κούνδουρο, Τάκη Κανελλόπουλο, Γρηγόρη Γρηγορίου, Άντριου Μάρτον, Τζέιμς Νίλσον, Ρόμπερτ Άλντριχ, Έντουαρντ Μολινάρο, Ρίτσαρντ Σαραφιάν, Λάζλο Μπένεντεκ, Ρίτσαρντ Γουίλσον, Πιέρ Καστ, Ζαν-Ντανιέλ Πολέ κ.ά.). Εντάσσεται στην ομάδα έρευνας για το ρεμπέτικο τραγούδι, και συγχρόνως δημιουργείται, με δική του κυρίως πρωτοβουλία, η Ομάδα για την ανανέωση του Ελληνικού Κινηματογράφου. Μέχρι το 1967, σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία μικρού μήκους, "Τα ματόκλαδά σου λάμπουν" (1961). To 1963 συμμετέχει ως ένας εκ των δύο τεχνικών βοηθών στην ταινία του σκηνοθέτη Μανώλη Σκουλούδη "Ένας ντελικανής" και το 1965 σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, "Μερικές το προτιμούν χακί". Από πριν, αλλά και κατά τη διάρκεια της εξορίας του στο Παρίσι (1967-1973), συνεργάζεται στενά με το Γάλλο σκηνοθέτη (και φίλο του από το 1962) Ζαν Ντανιέλ Πολέ. Μαζί του συμμετέχει ενεργά στο κίνημα του Μάη του 1968. Σ` αυτό το χρονικό διάστημα γνωρίζεται επίσης με τους Volker Schloendorf, Werner Hertzog, Barbet Schroeder, Nicholas Ray, Samuel Fuller, Ruy Guerra, Anatole και Pascale Dauman και άλλους. Το σενάριο μιας ταινίας, μία όπερα και ένα ροκ-ορατόριο σφραγίζουν την Παρισινή του περίοδο.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1973, σκηνοθετεί τις ταινίες:
"Η Φόνισσα", 1974,
"Προμηθέας σε δεύτερο πρόσωπο", 1975,
"Δυο φεγγάρια τον Αύγουστο", 1978,
"Ρεμπέτικο", 1983 (Αργυρή Άρκτος Φεστιβάλ Βερολίνου, 1984 και Μεγάλο Βραβείο Φεστιβάλ Αλεξάνδρειας, 1985), και
"Oh Babylon", 1988,
καθώς και εννέα τηλεοπτικές σειρές, συνολικής διάρκειας περίπου 120 ωρών, για την Ελληνική τηλεόραση, αλλά και περισσότερες από 80 ώρες μουσικών προγραμμάτων, ντοκιμαντέρ, εκπαιδευτικών και ερευνητικών ταινιών. Χαρακτηριστικές είναι οι σκληρές πολεμικές σκηνοθετών -κριτικών, στις οποίες ο Φέρρης πρωτοστατεί από το 1974 ως το 1990. Σκηνοθέτης και σεναριογράφος, κινηματογράφου, θεάτρου, πολυμέσων και άλλων θεαμάτων, λιμπρετίστας, στιχουργός, θεωρητικός του οπτικοακουστικού, παραγωγός ταινιών και μουσικών έργων, μοντέρ και ενίοτε ηθοποιός, ή τραγουδιστής, κατά καιρούς δημοσιογράφος, εκδότης, τηλεοπτικός παρουσιαστής και δάσκαλος σκηνοθεσίας, με τρία διεθνή βραβεία και περισσότερα από 30 εθνικά, μέλος της Ακαδημίας Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, ο Κώστας Φέρρης υπήρξε ένας από τους πλέον πολυπράγμονες κινηματογραφικούς δημιουργούς στη χώρα μας.
Το «Καφέ Αμάν» δημιουργήθηκε το 2001, και εμφανίστηκε επανειλημμένα από τότε, σε νυχτερινά κέντρα και σε δεκάδες συναυλίες, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τα τελευταία χρόνια, με σκηνοθεσία του Κώστα Φέρρη και μουσική διεύθυνση της συζύγου του Κώστα Φέρρη, Θέσιας Παναγιώτου, πραγματοποιήθηκαν 60 ωριαίες εκπομπές για την ΕΤ3, με τον τίτλο «Ονείρου Ελλάς». Απ' αυτήν μάλιστα προέκυψαν 4 κασετίνες με 32 cd με τα 500 τραγούδια της σειράς.
Τι το ΄θελα να μπλέξω (Κ. Φέρρης και το Καφέ Αμάν)
https://www.youtube.com/watch?v=yQbQgsOmr_M Στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης, Τσάντας Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης Πρώτη Εκτέλεση: Πρόδρομος Τσαουσακης, 1948
Άλλα σπουδαία τραγούδια του Φέρρη: Η ξενιτιά, Ήτανε μια φορά (Ξυλούρης), Εσύ είσαι το θύμα, Το μινόρε της αγάπης, Κυπριακό (Λεονάρδου), Το φανταράκι (Ζαμπέτας), Ονείρου Ελλάς (Παπαδόπουλος)
"Γεννήθηκα στα Ανώγεια της Κρήτης. Είμαστε έξι αδέλφια, τρία κορίτσια και τρία αγόρια, αλλά ιδιαιτέρα αδυναμία έχω στην αδελφή μου την Ευρυδίκη. Λύρα αρχίνησα να παίζω στα δώδεκα μου χρόνια. Λύρα έπαιζε ο παππούς μου, ο Καραμουζαντώνης, εγώ δεν τον έφτασα, αλλά ήτανε λέει ο καλύτερος λυράρης την εποχή εκείνη στην Κρήτη. Δεν ξέρω αν πήραμε απο ΄κεί. Πάντως δεν τον γνώρισα. Στο επάγγελμα μπήκα στα δεκαπέντε μου χρόνια, θυμάμαι στα Ανώγεια στο χωριό μου στους γάμους που ηρχόταν και πολιτικοί όπως ο Βενιζέλος ήτανε πάντα στο χωριό ο Σοφοκλής ο μακαρτίτης. Έχω ένα ξάδελφο το Γιώργη τον Ξυλούρη ή Μάγκα που τον έχουμε ονομάσει και έμαθε λαούτο και πηγαίναμε μαζί Βέβαια η ζωή μου άλλαξε, τότε ήμουν στο χωριό μου, τώρα είμαι σε πόλις, αλλά στο βάθος η ζωή μου δεν έχει αλλάξει καθόλου, όπως τότε, όπως τότε ήμουν ένα με τους ανθρώπους του χωριού μου έτσι αισθανομαι και τωρα ένα με τους ανθρώπους της πόλης."
Το 1971 ξεκίνησε τις κοινές του εμφανίσεις με το Γιάννη Μαρκόπουλο στη μπουάτ
"Λήδρα" και η φωνή του γίνεται σύμβολο αντίστασης. Συνεργάστηκε
στενά, εκείνα τα χρόνια, με τον Θρακιώτη τραγουδοποιό Θανάση Γκαϊφύλλια στις μπουάτ της Πλάκας και σε συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 1973 τραγούδησε στο θεατρικό έργο «Το μεγάλο μας τσίρκο» με πρωταγωνιστές τον Κώστα Καζάκο και τη Τζένη Καρέζη στο θέατρο "Αθήναιον".
Ήτανε μια φορά https://www.youtube.com/watch?v=m8HJ7o5WV0w
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Κώστας Φέρρης Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
"Μύθος της Κρήτης για τα τραγούδια που είπε, για την καθαρή και βροντερή
φωνή του, για τον τρόπο που έζησε και για τον τρόπο που πέθανε "
Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου https://www.youtube.com/watch?v=iAS4yKki5R0 Ποίηση: Κώστας Βάρναλης Μελοποίηση Λούκας Θάνος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Ο Νίκος στην ακμή της καριέρας του αντιλήφθηκε ότι έχει καρκίνο. Μετά
από μεγάλο αγώνα, πολλαπλές εγχειρήσεις και αρκετή ταλαιπωρία έχασε τη
μάχη στο Νοσοκομείο Πειραιώς στις 8 Φεβρουαρίου 1980
σε ηλικία μόλις 43 χρονών. Όλη η Κρήτη,ολόκληρη η Ελλάδα θρήνισε τον χαμό του γιατι με τη φωνή και το ήθος του σημάδεψε τα
χρόνια της χούντας, την αντίσταση σε αυτήν, αλλά και τα πρώτα χρόνια της
μεταπολίτευσης.
Μαντινάδα για τον Νίκο Ξυλούρη
Φλεβάρη μήνα εις τσι οχτώ, κι απ'του Θεού το βόλι,
αφήνω πίσω το χωριό, αφήνω και την πόλη.
Αφήνω πίσω μουσικές, και λύρα και λαγούτο,
αφήνω πίσω μου χαρές, κι ούλο τον κόσμο ετούτο.
Κύρη μου χαμογέλασε, μανούλα μου στολίσου,
στην πύλη ήρθα και στέκομαι, όξω του παραδείσου
Ο Γιάννης Ζουγανέλης σε πρώτο πρόσωπο, Το Βήμα, (Δέσποινα Λάδη)
"Μεγάλωσασε ένα πολύ ωραίο σπίτι στα Πατήσια. Αλλά η αντιπαροχή του «εθνάρχη» Καραμανλή αυτά τα νεοκλασικά σπίτια τα κατέστρεψε. Χάσαμε την Αθήνα. Τα ποτάμια, το πράσινο, τους χωματόδρομους, τις γειτονιές, τη συνύπαρξη, τη διαφορετικότητα.Αν και ήμουν λιγότερο από δύο ετών, θυμάμαι τη μητέρα μου, έγκυο στον αδελφό μου, να μιλάει με τον πατέρα μου στη νοηματική μπροστά στο παράθυρο και εγώ να τους παρατηρώ. Στο περβάζι υπήρχαν δύο μεγάλες ανθοστήλες με λουλούδια. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό και οι κουρτίνες κουνιούνταν από τον αέρα. Κάποια στιγμή παρασύρθηκε η κουρτίνα, έπεσε το ένα βάζο και έκανε έναν τρομερό κρότο. Οι γονείς μου συνέχισαν να «μιλάνε» σαν να μην είχε γίνει κάτι. Αυτή ήταν η πρώτη στιγμή που συνειδητοποίησα πως κάτι περίεργο συνέβαινε. Μεγάλωσα μικρός. Το ότι οι γονείς μου ήταν και οι δύο κωφοί με έκανε από νωρίς να συνειδητοποιήσω πως έπρεπε να γίνω εγώ ο κηδεμόνας τους. Το ότι έπρεπε να τους εξηγήσω από μικρός τι είναι ο ήχος είχε πολύ μεγάλη σημασία για τη ζωή μου. Σε αυτό οφείλεται το ότι έγινα μουσικός."