Έλληνες της Προποντίδας και του Ευξείνου Πόντου
https://youtu.be/F20NE0cLG5o?si=mkbs9M6_hht2llKn
Μουσικές βιογραφίες και μικρές αλήθειες τραγουδιστών, καλλιτεχών, μουσικών, στιχουργών, ποιητών και πολλών άλλων ΕΔΩ
Έλληνες της Προποντίδας και του Ευξείνου Πόντου
Ο Πόντιος τραγουδιστής Θεόδωρος Παυλίδης γεννήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1957 στη Νάουσα και μεγάλωσε στο χωριό της μητέρας του, το Αρσένι του Νομού Πέλλας. Από μικρός είχε κλήση προς την μουσική και παράλληλα με το σχολείο μάθαινε Βυζαντινή μουσική. Γρήγορα όμως έδειξε την προτίμησή του στο ποντιακό τραγούδι και μάλιστα ζήτησε από τον πατέρα του να του αγοράσει μια λύρα κι από μόνος του σιγά σιγά με πολύ υπομονή να μαθαίνει το νέο όργανο. Πριν καν τελειώσει το Δημοτικό, θα βρεθεί κοντά στο πλευρό του συγχωριανού του Χρήστου Καρυπίδη. Αφού τελείωσε το Δημοτικό, πήγε ένα χρόνο στο Γυμνάσιο στη Σκύδρα κι αμέσως συνέχισε σαν οικοτρόφος στην Τεχνική Σχολή του Ο.Α.Ε.Δ. στη Θεσσαλονίκη, στον τομέα των συγκολλητών, ενώ παράλληλα δούλευε στο Ο.Σ.Ε. Παράλληλα τραγουδούσε κρυφά από τους δικούς του, σε επαγγελματικό επίπεδο γεγονός που το πιστοποιεί η ύπαρξη του πρώτου του δίσκου σε ηλικία 16 ετών με τον λυράρη Αρχιμήδη Γεωργιάδη με τίτλο «Ο Πόντος Περιμένει» και παράλληλα τραγουδούσε και για λίγο διάστημα στην Αθήνα. Κατόπιν συνέχιζε να εμφανίζεται σε ποντιακά κέντρα της επαρχίας ώσπου το 1976 ο γνωστός λυράρης Νίκος Ιωαννίδης ψάχνοντας για συνεργάτη τραγουδιστή θυμάται ότι στο Αρσένι υπάρχει ένας εξαιρετικός τραγουσιστής και κάπως έτσι τι όνειρο άρχιζε να γίνεται πραγματικότητα. Τραγούδησε σε κέντρα στη Θεσσαλονίκη, όπου γνωρίστηκε με τον Παυλάκη τον Δραμινό, γνωριμία που αποτέλεσε την αρχή μιας πολύ πετυχημένης και μακρόχρονης συνεργασίας, με καρπούς τους δίσκους «Τα Σεβδαλιδικα» Νο1 και Νο2. Συνεργάστηκε με τους κορυφαίους της εποχής Σοφία Παπαδοπούλου, Παναγιώτη Ασλανίδη και αργότερα με τον Ανέστη Μωϋσή, τον Γιάννη Τσανάκαλη, τον Κώστα Σιώπη. Καθοριστική, στην καριέρα του υπήρξε ήδη από το 1990 η γνωριμία και κατόπιν μακρόχρονη συνεργασία με τον στιχουργό Νάκο Ευσταθιάδη. Από τον 1992 μέχρι το 1995 συνεργάστηκε με τον μουσικό Μπάμπη Κεμανετζίδη, από το 1993 μέχρι το 2002 με τον λυράρη Στέλιο Χαλκίδη, ενώ από τις 3 Οκτωβρίου 2003 θα εμφανιζόταν στο κέντρο ΜΙΘΡΙΟ με τον Φάνη Κουρουκλίδη. Τελευταία τους συνεργασία ήταν η μουσικοθεατρική παράσταση «Έναν καιρόν κι έναν ζαμάν», που ανέβηκε από τους συλλόγους Ποντίων Νεαπόλεως και Ποντιακή Εστία το 2000 ενώ τα δύο τελευταία χρόνια εμφανιζόταν στο κέντρο «Λεμόνα» στην Αθήνα μαζί με τον Ανέστη Μωϋσή και η τελευταία του δημόσια εμφάνιση ήταν στα «Χρυσανθοπούλεια» τη Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου. Τα ξημερώματα όμως της 17ης Σεπτεμβρίου 2003, και ενώ ο τραγουδιστής οδηγούσε το αυτοκίνητό του τραυματίστηκε θανάσιμα, 17 χιλιόμετρα έξω από τις Σέρρες, επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη. Ο Θεόδωρος Παυλίδης ήταν παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών.
Θεόδωρος Παυλίδης -Για Τεσον Τη Σεβντα https://www.youtube.com/watch?v=4ZWgJgFHlOw
Ο ποντιακής καταγωγής λυράρης, τραγουδιστής, συνθέτης και τραγουδιστής Γιάννης Βλασταρίδης αλλά γνωστότερα σαν Γιάννης Τσανάκαλης γεννήθηκε το 1931 στην Καλαμαριά. Τα πρώτα του μαθήματα ποντιακής παράδοσης τα πήρε από τους καλύτερους αντιπροσώπους του είδους το Σταύρη και το Γώγο Πετρίδη. Ο Τσανάκλης έχει κυκλοφορήσει πέραν των 15 μεγάλων δίσκων και μπορεί να θεωρηθεί ως πρωτοπόρος δημιουργός των μελωδιών όπως «Η μάνα εν κρύον νερόν, «Οι κεμεντζετσίδες» κ.ά. που τραγουδιούνται και από μη Πόντιους. Οι δίσκοι του με παραδοσιακά ποντιακά τραγούδια έχουν τεράστια αξία όμως ο δίσκος του που προκάλεσε την μεγαλύτερη αίσθηση ήταν το "Τσανάκαλης-international", λόγω του χιουμοριστικού περιεχομένου των στίχων πλέκοντας τα με στίχους άλλων δημιουργών αλλά και του συνδυασμού της ποντιακής μουσικής και με άλλα μουσικά ρεύματα. Ο Τσανάκλης άφησε την τελευταία του πνοή στις 18 Απριλίου 2001 αφήνοντας πίσω του μια τεράστια παρακαταθήκη.
Γνωστά Παραδοσιακά Ποντιακά Τραγούδια: Τσάμπασιν, Αητεντς επαραπετανεν, Μέρεν μάνα ο αδελφό μ΄, Πατρίδα μ΄αρεύω σε, Μανίτσα έχω σε νο νουμ, Ερθαν οι έμποροι, Η μάνα εν κρυό, Σεράντα μήλα κόκκινα
Συγκεκριμένα η τουρκική ήττα κατά τον ρωσσο-τουρκικό πόλεμο στην περιοχή, στο Σαρικαμίς στην βόρεια περιοχή της Μικράς Ασίας το 1915, αποδόθηκε στους Έλληνες που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό. Ως συνέπεια αυτού, όλοι οι στρατολογημένοι Πόντιοι εξαναγκάστηκαν σε στρατολόγηση στα τάγματα εργασίας. Έτσι δεν άργησαν να εκδηλώνονται κύματα λιποταξίας, με τον κόσμο να καταφεύγει στα βουνά. Μάλιστα στην επαρχία Κερασούντας, για αυτό τον λόγο, κάηκαν 88 χωριά ολοσχερώς μέσα σε τρεις μήνες. Οι Έλληνες της επαρχίας, περίπου 30.000, αναγκάστηκαν να διανύσουν πεζή πορεία προς την Άγκυρα κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Αναπόφευκτα το ένα τέταρτο αυτών πέθαναν καθ' οδόν. Οι διώξεις προκάλεσαν τη δημιουργία θυλάκων αντίστασης από τους Πόντιους. Τελικά οι διώξεις εντάθηκαν με την έκδοση διατάγματος, τον Δεκέμβριο του 1916, που προέβλεπε την εξορία όλων των ανδρών από 18 ως 40 ετών και τη μεταφορά των γυναικόπαιδων στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Η εφαρμογή αυτού του μέτρου ξεκίνησε από την Άνω Αμισό και στην Μπάφρα. Στην επαρχία Αμάσειας 72.375 Έλληνες, από τους συνολικά 136,768, εκτοπίστηκαν, από τους οποίους το 70% πέθανε από τις κακουχίες. Πολλοί Πόντιοι θέλησαν να αντισταθούν οργανώνοντας, στις ορεινές εκτάσεις του Πόντου, αντάρτικα εναντίον του τακτικού στρατού, όπως στη Σάντα. Στον Άγιο Γεώργιο Πατλάμ της Κερασούντας είχαν συγκεντρωθεί 3.000 Έλληνες, οι οποίοι έγκλειστοι και σε συνθήκες ασιτίας από τις οθωμανικές αρχές, βρήκαν αργό θάνατο. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου εξορίστηκαν συνολικά 235.000 Πόντιοι, ενώ 80.000 μετανάστευσαν στη Ρωσία. Ταυτόχρονα όμως, λιγότερο έντονες ήταν οι διώξεις που υπέστησαν, τότε, οι Έλληνες του ανατολικού Πόντου, στην περιοχή της Τραπεζούντας, κυρίως λόγω της ικανότητας του μητροπολίτη Χρύσανθου να συνδιαλλάσσεται με τις τοπικές αρχές, αλλά και από το γεγονός ότι από τον Απρίλιο του 1916 η περιοχή καταλήφθηκε από τον ρωσικό στρατό. Οι επιζώντες κατέφυγαν στον Άνω Πόντο (στην ΕΣΣΔ) και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, στην Ελλάδα.