Ο ηθοποιός και τραγουδιστής Γιώργος Μπαγιώκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1946. Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή Αθηνών του Γιώργου Θεοδοσιάδη και συνεργάστηκε με διάφορους θιάσους και ομάδες. Παράλληλα, ασχολήθηκε με το τραγούδι, συμμετέχοντας σε συναυλίες πολλών καλλιτεχνών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Υπήρξε μαθητής του Σίμωνα Καρά και έχει συνεργαστεί με καλλιτέχνες του δημοτικού τραγουδιού.
Γιώργος Μπαγιώκης -Άνοιξε τα δέντρα
https://www.youtube.com/watch?v=1SuG4F8wYEQ
Παραδοσιακό Μακεδονίας
Γιώργος Μπαγιώκης - Μαντουμπάλα
https://www.youtube.com/watch?v=DMyzB_g9eqc
Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου
Μουσική: Θόδωρος Δερβενιώτης
Πρώτη εκτέλεση: Στέλιος Καζαντζίδης Από την παραγωγή "Το Ρεμπετικο στου Θωμά"
Η Κωνσταντινούπολη είναι η μοναδική πόλη στον κόσμο που βρίσκεται σε δύο ηπείρους, στις δύο πλευρές του Κερατίου Κόλπου, ενός στενού και μακρύ κόλπου στον Βόσπορο που χωρίζει την πόλη σε Δυτική (Ευρωπαϊκή) και Ανατολική (Ασιατική), συνδέοντας την Μαύρη θάλασσα προς τον βορρά, με την θάλασσα της Προποντίδας και στη συνέχεια διαμέσου των Δαρδανελίων με το Αιγαίο προς τον νότο. Πρώτοι οικιστές της υπήρξαν οι Αρχαίοι Μεγαρείς κατά το έτος 658/7 π.Χ., με επικεφαλής τον Βύζαντα, από τον οποίο και πήρε το όνομά της η νέα αποικία. Ο Στράβων εξηγεί ότι οι άποικοι ακολούθησαν κάποιο χρησμό, ο οποίος τους προέτρεπε να κτίσουν την πόλη τους έναντι της πόλης των «τυφλών». Ως τυφλοί υπονοούνταν οι κάτοικοι της Χαλκηδόνας, οι οποίοι είχαν ιδρύσει την πόλη τους νωρίτερα στην απέναντι ασιατική ακτή του Βοσπόρου δίχως όμως να αντιληφθούν τα εξαιρετικά πλεονεκτήματα της απέναντι τοποθεσίας. Το Βυζάντιο αναπτύχθηκε γρήγορα, περιτειχίστηκε και κατέλαβε εδάφη στα ασιατικά παράλια. Κατά τον Παυσανία, υπήρξε μία από τις καλύτερα οχυρωμένες πόλεις της αρχαιότητας. Κατά τους κλασικούς χρόνους, μετά τη νικηφόρο για τους Έλληνες έκβαση των Μηδικών Πολέμων, το Βυζάντιο καταλήφθηκε από το νικητή των ΠλαταιώνΠαυσανία, o οποίος μετά από συμφωνία με τον Ξέρξη παρέμεινε διοικητής της πόλης πριν εκδιωχθεί από τους Αθηναίους. Κατά την περίοδο της εξάπλωσης του Φιλίππου Β', το Βυζάντιο υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον Μακεδόνα βασιλιά, ωστόσο εκείνος πολιόρκησε την πόλη, το 341 π.Χ, μετά από άρνηση των Βυζαντίων να στραφούν εναντίον της Αθήνας. Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, το Βυζάντιο απολάμβανε αρχικά προνόμια ελεύθερης πόλης, καθώς διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στους αγώνες εναντίον των Θρακών. Ωστόσο, τα προνόμια αυτά καταργήθηκαν επί αυτοκρατορίας του Βεσπασιανού, ο οποίος υποβίβασε το Βυζάντιο στο επίπεδο μιας κοινής ρωμαϊκής επαρχίας. Το Βυζάντιο έζησε μια νέα καταστροφή, όταν ο Γαλλιηνός (β. 254-268) κατέστρεψε τις οχυρώσεις της, οι οποίες αργότερα κτίστηκαν εκ νέου από τον Διοκλητιανό. Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος επέλεξε το Βυζάντιο, ως νέα πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού Κράτους, προφανώς αντιλαμβανόμενος τη στρατηγική θέση του. Η θεμελίωση της Κωνσταντινούπολης ταυτίστηκε με την έναρξη ενός πολύ μεγάλου πολεοδομικού εγχειρήματος, μεγάλης εμβέλειας. Η πόλη επεκτάθηκε, εντάσσοντας στο Βυζάντιο έκταση περίπου 5000 στρεμμάτων, σε μεγάλο βαθμό μη οικοδομημένη. Παράλληλα, τα νέα τείχη που ξεκίνησαν να κτίζονται επί Κωνσταντίνου και αποπερατώθηκαν επί Κωνστάντιου Α' (337-361), προεκτείνονταν κατά δεκαπέντε στάδια σε σύγκριση με τα παλαιότερα τείχη του Σεβήρου. Τα εγκαίνια της πόλης τελέστηκαν με λαμπρότητα στις 11 Μαΐου του 330 μ.Χ και ονομάστηκαν γενέθλια. Περιτριγυρισμένη από επτά λόφους, η Κωνσταντινούπολη, όπως και η Ρώμη, διαιρέθηκε σε δεκατέσσερις συνοικίες. Η Νέα Ρώμη του Κωνσταντίνου, μόλις από την ημέρα των εγκαινίων της, ήταν φαινομενικά και επισήμως μια χριστιανική πόλη, αν και τα ολιγάριθμα χριστιανικά κτίρια που ανεγέρθηκαν με την ίδρυσή της, μειοψηφούσαν σαφώς σε σχέση με τους ιερούς τόπους της ελληνορωμαϊκής θρησκείας. Στολισμένη με μεγαλοπρέπεια, η Κωνσταντινούπολη διέθετε όλα τα στοιχεία της αστικής ευημερίας, ευνοώντας σε πολιτισμικό επίπεδο τη συγχώνευση των εθίμων, της αρχιτεκτονικής και της τέχνης Δύσης και Ανατολής. Αποτέλεσε επίσης εκκλησιαστικό κέντρο, καθώς από το 381 αποτελούσε έδρα του πατριάρχη.Σημαντική επέκταση της πόλης δρομολογήθηκε επί της αυτοκρατορίας του Θεοδόσιου Β' (408-450). Κατά την αυτοκρατορία του Ιουστινιανού Α' (527-565), η μεσαιωνική Κωνσταντινούπολη έφθασε στη μεγαλύτερη ακμή της, με πληθυσμό που έφτανε περίπου τους 500.000 κατοίκους και συνιστούσε ένα μωσαϊκό κοινοτήτων με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ξεχωριστή συνεισφορά του Ιουστινιανού A' υπήρξε η ανέγερση αρκετών μοναστηριών και εκκλησιών, με πιο επιβλητική εκείνη της Αγίας Σοφία.Το 1203, στα πλαίσια της Δ' Σταυροφορίας, έλαβε χώρα η πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, με σκοπό την αποκατάσταση του Ισαάκιου Β' στον θρόνο. Στις 13 Απριλίου1204, εισέβαλαν στην πόλη, η λεηλασία της οποίας διήρκεσε για αρκετά χρόνια. Η περίοδος της εφήμερης εγκατάστασης της Λατινικής Αυτοκρατορίας (1204-61) χαρακτηρίζεται ως η πλέον καταστροφική στην ιστορία της Κωνσταντινούπολης και ειδικότερα η λεηλασία της πόλης ως άνευ προηγουμένου. Ενδεικτικές πληροφορίες για τις εκτεταμένες καταστροφές, πυρπολήσεις και λεηλασίες ναών, ανακτόρων, μνημείων και κεντρικών συνοικιών. Το 1261, η Κωνσταντινούπολη επανακτήθηκε από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο (1259-82) και τις επόμενες δεκαετίες επιχειρήθηκε ένα νέο πρόγραμμα ανοικοδόμησης, σηματοδοτώντας μια στροφή στη διαμόρφωση του αστικού τοπίου.Παρά την οικοδόμηση που πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα και στις αρχές του 14ου, η Κωνσταντινούπολη παρέμενε παρηκμασμένη, γεμάτη ερείπια και μεγάλες ερημωμένες εκτάσεις. Τον Απρίλιο του 1453 ξεκίνησε η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β'. Η τελική επίθεση, κατά την οποία σκοτώθηκε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, πραγματοποιήθηκε στις 29 Μαΐου, όταν, παρά την αντίσταση των αμυνόμενων, οι Οθωμανοί εισέβαλαν στην πόλη και την κατέλαβαν. Είχαν προηγηθεί συνολικά 54 ημέρες πολιορκίας. Μετά από τριήμερη λεηλασία της πόλης, ο σουλτάνος, επιθυμώντας να περιορίσει την περαιτέρω καταστροφή της μελλοντικής πρωτεύουσάς του, διέταξε την παύση της και πραγματοποίησε την εθιμοτυπική και μεγαλοπρεπή είσοδό του στην πόλη.
Η Ρένα Μόρφη γεννήθηκε το 1986 στο Βόλο. Αποφοίτησε το Ιστορικό Αρχαιολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και από τα σχολικά της χρόνια ασχολήθηκε με το τραγούδι. Μαθήτευσε δίπλα σε αξιόλογους καλλιτέχνες όπως τη Βάσω Ζαγόρη, τη Claudia Delmer, τη Φώφη Ρούσου, την Ελλη Πασπαλά και τη Νατάσα Φλουρή. Το τραγουδιστικό της ντεμπούτο το έκανε στο πλευρό του Φοίβου Δεληβοριά κι έχει συνεργαστεί με τον Παναγιώτη Καλαντζόπουλο σε συναυλίες και ηχογραφήσεις, καθώς παράλληλα μέχρι σήμερα κάνει μεταγλωττίσεις τραγουδιών σε ταινίες της Disney και της Μattel. Η Ρένα Μόρφη είναι η βασική τραγουδίστρια των "Imam Baildi" και έτσι γίνεται γνωστή. Η μεγάλη της όμως αγάπη για το λαϊκό τραγούδι την αναγκάζει να ξεκινήσει μία διαφορετική καλλιτεχνική πορεία χρησιμοποιώντας το παλιό καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της γιαγιάς της και για να μας ξανασυστηθεί πλέον σαν "Σούλη Ανατολή". Ο πρώτος της δίσκος γίνεται χρυσός και έπειτα πλατινένιος.
Η
Η γιαγιά Κερασία Σακελλαροπούλου υπήρξε τραγουδίστρια πάλκου στη δεκαετία του '50 στο Βόλο και εγκατέλειψε την καριέρα της προκειμένου να αφοσιωθεί στην οικογένεια της, το όνομα της όμως δεν χάθηκε αφού γι΄ αυτό φρόντισε η εγγονή της. Όταν σου χορεύω https://www.youtube.com/watch?v=uDQgIucRQG0 Στίχοι-Μουσική: Φοίβος Δεληβοριάς Η πρώτη δισκογραφική δουλειά της Ρένας Μόρφη ως "Σούλη Ανατολή"
Μπορεί https://www.youtube.com/watch?v=rmtGUZJXNbo
Στίχοι: Κώστας Βίρβος
Μουσική: Θεόδωρος Δερβενιώτης
Η πρώτη δισκογραφική δουλειά της Ρένας Μόρφη ως "Σούλη Ανατολή"
Ελληνικά τραγούδια που αναφέρονται σε άλλες ηπείρους, ξένους πολιτισμούς, ξένες χώρες και πόλεις
(Ανά Ήπειρο - Ανά Χώρα - Ανά Πόλη)
Τα τραγούδια αυτά είναι εξαιρετικής σημασίας καθώς δείχνουν το πως έβλεπε//βλέπει ο Έλληνας το κόσμο, είτε σαν απλός ταξιδιώτης και περιηγητής είτε σαν μετανάστης και ακόμη και σαν πολιτικά σκεπτόμενος άνθρωπος.
Αφρική South Africa (Γιώργος Κοινούσης) Κάιρο (Σάκης Ρουβάς), Του Καΐρου (Μανώλης Χατζημανώλης), Ο Αχιλλέας απ΄ το Κάιρο (Κώστας Τουρνάς), Θα φύγω με τους φίλους μου για Κάιρο (Κωνσταντίνα), Κάιρο (Κυριακή Δερέμπεη)
Αλεξάνδρεια (Γιάννης Κότσιρας) Βαβυλώνα (Ελεύθεροι) Βαγδάτη (Άλκηστις Πρωτοψάλτη), Η Μάγισσα της Βαγδάτης (Πρόδρομος Τσαουσάκης), Μέσα στην όμορφη Βαγδάτη (Χρήστος Βαμβάκης) Ένα τραγούδι απ΄ τ΄ Αλγέρι (Ντούο Χάρμα) Μαρόκο (Μάρκος Βαμβακάρης), Μαρόκο (Άλκηστις Πρωτοψάλτη), Μαρόκο (Ιωάννα Μακρή), Νυχτερινό παζάρι στο Μαρακές (Καλλιόπη Βέττα), Γλυφάδα Μαρακές (Κωνσταντίνα), Καζαμπλάνκα (Σφακιανάκης), Καζαμπλάνκα (Μητροπάνος), Καζαμπλάνκα (Μποφίλιου), Casablanca (Μανώλης Χατζημανώλης)
Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί (Βασίλης Παπακωνσταντίνου)
Βεγγάζη (Του Νταβαντζή σου) Χαρτούμ (Αλαλούμ αλαλούμ...μάζεψέ τα να πάμε πιο καλά στο Χαρτούμ) Ταρζάν (Θέμης Ανδρεάδης) Σάββατο στην Ιεριχώ (Δάκης)
Ευρώπη Ευρώπη - Αχ Ευρώπη εσύ μας μάρανες (Μουσικές Ταξιαρχίες) Λονδίνο (Άννα Βίσση), Λόντρα, Παρίσι, Νιου Γιορκ̀ (Σοφία Βέμπο) Ένας τούρκος στο Παρίσι (Λαυρέντης Μαχαιρίτσας)
Στις φάμπρικες της Γερμανίας, Το τρένο Γερμανίας - Αθηνών (Στέλιος Καζαντζίδης), Γερμανίες (Χειμερινοί Κολυμβητές) Στο Σταθμό του Μονάχου (Στράτος Διονυσίου) Μια βραδιά στο Λεβερκούζεν (Γιώργος Νταλάρας) Εν Βελγίω (Χάρις Αλεξίου) Λονδίνο Άμστερνταμ ή Βερολίνο (Ταξιδιάρα Ψυχή) Τι Λωζάνη, τι Κοζάνη (Μιχάλης Βιολάρης) Βενετία (Άννα Βίσση) Μια βραδιά στη Λισαβώνα (Γιώργος Μπίλης) Νήσος των Αζορών (Γρηγόρης Μπιθικώτσης) Ψιχαλίζει στο Βελιγράδι (Πυξ Λαξ)
Βόρεια Αμερική Αμερική (Γιώργος Κοινούσης), Αμέρικα (Κώστας Τουρνάς), Στην Αμερική (Σωκράτης Μάλαμας), Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική (Παραδοσιακό), Αμέρικα (Ενδελέχεια), Αστόρια (Μαρίνα Σκιαδαρέση), Σαν Φρανσίσκο (Λάκης Κομνηνός) Σικάγο (Λάκης Παπαδόπουλος) Πάμε Χαβάη (Άλκηστις Πρωτοψάλτη) Πάμε στη Χονολουλού (Κώστας Μπέζος), Στη Χονολουλού (Ζωρζ Γκεταρύ) Μια βραδιά στο Βανκούβερ (Νίκος Ζωϊδάκης) Στο Μεξικό (Γιάννης Καλατζής)
Αβάνα (Γιώργος Νταλάρας)
Πάμε στις Μπαχάμες (Φραντζέσκα) Τζαμάικα (Γιάννης Καλατζής), Πάμε στη Τζαμάικα (Δάκης)
ΛατινικήΑμερική Αργεντινή Αρτζεντίνα (Ελένη Τσαλιγοπούλου) Περού (Καμένα Χαρτάκια) Πόρτο Ρίκο (Βασίλης Παπακωνσταντίνου) Μπραζίλ (Ημισκούμπρια), (Exis & Λαυρέντης Μαχαιρίτσας) Σαντιάγο (Αλίκη Καγιαλόγλου) Ρίο Ντε Τζανέιρο (Κωνσταντίνος Βένης) Μπουένος Άιρες, Νέα Υόρκη, Βομβάη, Τόκιο και Μπαρμπαριά. (Γρηγόρης Μπιθικώτσης) "Καράβι με σημαία ξένη" Ασία Ασία (Γιώργος Νταλάρας) Δίσκος Αρμενία (Βασίλης Παπακωνσταντίνου) Ταϊλάνδη: Η γάτα της Σιάμ (Γιοβάννα) Απ΄ τα Εξάρχεια ως το Πεκίνο (Μαχαιρίτσας) Τόκυο (Χατ Τρικ) Έρχομαι απ΄ το Πεκίνο (Σπύρος Ζαγοραίος) Βιετνάμ γιε γιε (Διονύσης Παπακωνσταντίνου) Μακριά στο Κατμανττού (Νάνα Μούχουρη) Γκουρού θα γίνω στο Θιβέτ (Μανώλης Ρασούλης), Θιβέτ (Άννα Βίσση), Ο Σουλτάνος της Βαβυλώνας (Λαυρέντης Μαχαιρίτσας) Το βαπόρι απ΄ την Περσία (Βασίλης Τσιτσάνης) Μακριά στο Κατμαντού (Νάνα Μούσχουρη) Στη Τασκένδη ένα βράδυ (Lucio Savva) Ωκεανία
Πάω στην Αυστραλία (Στέλιος Καζαντζίδης), Αυστραλία (Χάρις Αλεξίου)
Ο λαϊκός τραγουδιστής Μπάμπης Τσετίνης γεννήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1941 στη Δράμα και έζησε στη Θεσσαλονίκη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60. Την ίδια περίοδο ανέβηκε για πρώτη φορά στο πάλκο. Ο Μακεδόνας τραγουδιστής, ο οποίος θεωρείται ως ένας από τους γνησιότερους και αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους του λαϊκού τραγουδιού εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δισκογραφία με το τραγούδι «Το κορίτσι μου χορεύει» του Βασίλη Καραπατάκη σε στίχους Χρήστου Κολοκοτρώνη. Τα επόμενα χρόνια γνώρισε την επιτυχία με τραγούδια των Δερβενιώτη και Βίρβου «Ίσως», «Μπορεί», «Αμφιβολία», «Κι ενώ το ήξερα», του Βαρτάνη «Στο παλιό το μονοπάτι», των Βασιλειάδη-Πυθαγόρα «Με ποιο δικαίωμα» των «Να χαρείς τα μάτια σου, καλέ», «Η φτωχολογιά θα ζήσει» κ.α. Συνεργάστηκε επίσης με τον Χρήστο Λεοντή, τον Γιώργο Κατσαρό, τον Μητσάκη, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, στο πάλκο με τον Μάνο Παπαδάκη και την Καίτη Γκρέι αλλά και τη Λίτσα Διαμάντη. Ηχογράφησε γύρω στα 200 τραγούδια και εμφανιζόταν σε μαγαζιά ακόμα και τα τελευταία χρόνια της καριέρας του. Τα τελευταία χρόνια υπέφερε από προβλήματα υγείας. Το 2005 έγινε συναυλία για οικονομική βοήθεια προς τον ασθενή τότε Τσετίνη. Τελικά πέθανε στις 29 Σεπτεμβρίου του 2007 σε ηλικία 66 ετών και κηδεύτηκε από το νεκροταφείο του Βύρωνα.
Απομαγνητοφωνώντας μια παλιά συνέντευξη του συνθέτης Θόδωρος Δερβενιώτης:
"Γεννήθηκα σ΄ αυτό το εδώ χωριό, τη Ζαγορά του Βόλου... εδώ πρωταντίκρυσα το φως της μέρας και το σκοτάδι της νύχτας, εδώ γνώρισα χαρές και λύπες, εδώ έχω τις παιδικές μου αναμνήσεις που δυστυχώς οι πιο πολλές είναι πικρές. Οι γονείς μου ήτανε φτωχοί, ο πατέρας μου ήταν κουρέας. Ο παππούς μου, ο Θόδωρος Δερβενιώτης -πατέρας του πατέρα μου δηλαδή- ήτανε μουσικός, έπαιζε λαούτο, παράλληλα έφτιαχνε και βαρέλια ήτανε βαρελοποιοός. Από μικρός πήρα ίσως τη ρίζα του παππού μου, είχα κλίση προς την μουσική, μου άρεσε να ακούω, να σκαλίζω τα όργανα, να είμαι γύρω από όλην αυτήν την υπόθεση. Θυμάμαι σε μικρή ηλικία τεσσάρων ετών ίσως, μου είχανε κόψει μια στρογγυλή κολοκύθα στη μέση και μου είχανε καρφώσει ένα σανίδι από πάνω και μου φτιάξανε ένα όργανο αυτοσχέδιο με τρία σύρματα και μου το δίνανε και το γρατσούναγα. Τα χρόνια περνούσανε, οι παιδικές χαρές ήταν πολύ λίγες, η ξεγνασιά δηλαδή της ζωής μέχρι τα πρώτα χρόνια τα σχολικά. Από ΄κει και πέρα το χωριό είναι σκληρό, έχει ανάγκες, πρέπει να δουλεύεις σε όλες τις δουλειές, μόλις άρχισα και μεγάλωνα, άρχισαν να με βάζουνε σε διάφορες δουλειές -ελαφρύτερες στην αρχή σκληρώτερες αργότερα-, εμένα βέβαια το μυαλό μου ήτανε στην μουσική αλλά ποιος να σε καταλάβει. Τεμπελοδουλειές τις λέγανε αυτές. Έξι χρονών τουλάχιστον πρέπε να ΄μουνα στο ψαλτήρι. Ο παππούς μου με το λαούτο δούλευε σε γάμος, σε πανηγύρια σε τέτοια πράγματα, μαζί του ήτανε επί 45 χρόνιαένας άλλος μουσικός απ΄ το ίδιο το χωριό εδώ, ο μπάρμπα Γιάννης
ο Βισβίκης, αυτός έπαιζε κλαρίνο στην αρχή και μετά βιολί, ήτανε άριστος μουσικός, είχε κάνει στη μουσική του Στρατού. Μαζί με τον παππού μου λοιπόν 45 χρόνια κομπανία. Όπου πηγαίνανε και εγώ από πίσω τους, στο σπίτι μας κάναν τις πρόβες τους και αφήναν τα όργανα και φεύγανε -ύστερα πηγαίναν στο καφενείο- εγώ πήγαινα και τα σκάλιζα. Αυτός ο άνθρωπος ο μπάρμπα Γιάννης με έβλεπε που είχα κλίση και αφού με έβλεπε ότι πήγαινα το ψαλτήρι άρχισε να μου μαθαίνει τη Βυζαντινή Μουσική, σιγά-σιγά έμαθα και διάβαζα Βυζαντινή Μουσική. Τα χρόνια βέβαια περνούσανε, ο άνθρωπος έβλεπε την κλίση μου, καταλάβαινε ότι ο δρόμος μου ήταν αυτός, οι δικοί μου πάλι με στέλνανε σε διάφορες δουλειές σκληρές σε κτήματα, σε οτιδήποτεάλλα πράγματα δούλεψα σχεδόν όλες τις δουλειές που δουλεύουν εδώ οι αγρότες. Κάποτε ο παππούς μου, είπε ότι δεν μπορεί πια να εργαστεί άλλο και ότι θα σταματούσε. Θα πηγαινε μόνο σε μια δουλειά και μετά θα σταματούσε. Μόλις τέλειωσε εκείνη η δουλειά είχε βρει και αγοραστή να αγοράσει το λαούτο γιατί δεν ήθελε να το πάρω εγώ και να μάθω. Ήρθε λοιπόν το πρωί της άλλης μέρας από την δουλειά χωρίς λαούτο στο σπίτι, εγώ πικράθηκα βέβαια, αλλά είπαμε ότι δεν με ρωτούσε κανένας. Κάποτε ο μπαρμπα Γιάννης που συνέχισε να με βλέπει και να καταλαβαίνει που θα κατέληγα, μια χειμωνιάτικη μέρα θυμάμαι ήρθε στο σπίτι μας και πήρε τον παππού μου και κλειστίκανε μέσα στο δωμάτιο που κοιμότανε και κουβεντιάζανε, κάθησα και ΄γω απ΄ έξω απ΄την πόρτα και περίμενα με αγωνία να δω τί θα γίνει...
Υπήρχε ένα λαούτο παλιό κάτω στο υπόγειο, την άλλη μέρα ήρθε ο μπαρμπα Γιάννης ο οποίος κατασκεύαζε και όργανα και ο παππούς μου έπιανε το χέρι του και πήρανε το λαούτο εκείνο το φτιάξανε, το κολλήσανε, το αρματώσανε που λένε, βάλανε χορδές και μου το δώσανε. Ο μπαρμπα Γιάννης ανέλαβε να με μάθει, με έμαθε και όταν άρχισαν τα χέρια μου να πιάννουνεμε πήρε μαζί του, σιγά-σιγά, σιγά-σιγά, στη μια δουλειά στην άλλη δουλειά όσο περνούσε ο καιρός γινόμουνα και καλύτερος. Τα χρόνια βέβαια περνούσαν, ήρθε ο πόλεμος του ΄40 και η μαύρη κατοχή. Τον πρώτο χρόνο υπήρχαν μερικές δουλειές ακόμα, μουσικές ας πούμε αλλά από΄κει και πέρα άρχισε η πείνα, άρχισε η Κατοχή, ήρθε η Αντίσταση του Ελληνικού λαού, εγώ φυσικά ήμουνα νέος, το αίμα μου έβραζε πήγα και ΄γώ να προσφέρω τον οβολό μου στην απελευθέρωση της πατρίδας μας. Ήρθε η απελευθέρωση, ο κόσμος ήταν γεμάτος χαρά, εμάς όμως μας περίμενε ένα πικρό ποτήρι, άρχισαν τα κυνηγητά, οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις, οι εξορίες και το στραπατσάρισμα της προσωπικίοτητας του ανθρώπου. Το 1947 πήγα φαντάρος. Υπηρέτησα σε μια μονάδα αλλά ούτε και ΄κεί μας αφήσανε τον Γεννάρη του ΄48 μαζί με άλλους στρατιώτες μας πιάσανε, μας αφοπλίσανε και μας στείλανε στην Μακρόνησο. Το 1948, το Γεννάρη, στις 17, του Αγίου Αντωνίου, ξεμπαρκάρησα στην Μακρόνησο ως φαντάρος, εκεί δημιουργήσανε μια χορωδία στην οποία πήγα και ΄γω και εν συνεχεία έγινα και ο μαέστρος της. Απ΄την Μακρόνησοαπολύθηκα προ παραμονή Χριστουγέννων του 1949.
Πήγα στην Αθήνα, περιπλανήθηκα δεξιά-αριστερά, βρήκα κάτι ερασιτέχνες, ένας έπαιζε ένα μπουζούκι, ο άλλος έπαιζε ένα ακορντεόν, ο άλλος μιά κιθάρα, εγώ τότε έπαιζα ένα πάντζο. Κάναμε ένα ψευτοσυγκρότημα μπορεί να πει κανείς,περνώντας τα τραγούδια εκείνης της εποχής, βρήκαμε ένα κεντράκι ανεπίσημο, ανεβήκαμε στο πάλκο του και παίξαμε κανένα μήνα, το καλοκαίρι του 1950, από΄κει βρεθήκαμε σε ένα κέντρο στην Καισσαριανήκαιτο 1951 βρέθηκα στην Μυτιλήνη με ένα συγκρότημα πλέον επαγγελματικό. Εκεί δουλέψαμε όλο το καλοκαίρι του ΄51 και γυρίζοντας στην Αθήνα, πήγα πλέον στο καθιερωμένο "Καφενείο των μουσικών" και εκεί γνωρίστηκα με διάφορους επαγγελματίες. Έγραφα σε μουσική, σε νότες τα τραγούδια διαφόρων συνθετών όπως του Χατζηχρήστου, του Λαύκα, του Μητσάκη κ.α. ώσπου σιγά-σιγά έφτιαξα και ΄γω το πρώτο μου τραγούδι και πήγα στην Columbia. Το πρώτο μου τραγούδι το έγραψα το 1952 με ένα καινούριο τραγουδιστή [σ.σ. τον Γιάννη Τζιβάνη, «Μόνο ψέμα και απιστία»] και στην συνέχεια έγραψα ένα με τον Τσαουσάκη, μετά την Καίτη Γκρέυ. 1953, αν θυμάμαι καλά παρουσιάστηκε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Οι στιχουργοί με τους οποίους συμεργάστηκα ήτανε πολλοί, όπως ο Βασιλειάδης ο Χαράλαμπος, η Ευτυχία Παπαϊωάννου, ο Χρήστος Κολοκωτρώνης, ο Ηρακλής ο Παπασιδέρης, ο Πυθαγόρας κι ο Κώστας Βίρβος. Τα πιο πολλά τραγούδια μου είναι σε στίχους του Κώστα Βίρβου, κάναμε μαζί πάρα πολλές επιτυχίες. Σε όλα αυτά τα χρόνια φυσικά, δούλευα και σε διάφορα κέντρα μέχρι το 1959 που δουλεύαμε με τον Στέλιο Καζαντζίδη, το χειμώνα. Απ΄ το ΄60 σταμάτησα την εργασία στα κέντρα γιατί δεν άντεχα το ξενύχτι. Φτάσαμε στην εποχή που το λαϊκό τραγούδι είχε μια κάμψη, προσπαθήσαμε να το αλλάξουμε να του δώσουμε άλλη μορφή, φάνηκε προς το παρόν ότι το καταφέρανε, έγινε ευρωπαϊκό πιο πολύ, με βαριές ενορχηστρώσεις αλλά σήμερα μπορούμε να πούμε ότι επανήλθε στην θέση του και ζητιέται πάρα πολύ, κυκλοφορούνε σχεδόν όλα τα παλιά τραγούδια της εποχής εκείνης."
Ο Θεόδωρος
Δερβενιώτης έφυγε στα 82 του χρόνια αφήνοντας πίσω
του μια λαμπρή πορεία, που ξεκινά από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του
΄50, μέχρι και τις ημέρες μας. Με τα τραγούδια του στήριξε την καριέρα
πολλών μεγάλων ερμηνευτών: Καζαντζίδη, Περπινιάδη, Πόλυ
Πάνου, Αγγελόπουλου, Γαβαλά, Μπιθικώτση, Καίτη Γκρέυ, Τσετίνη, Γιώτα Λύδια, Διονυσίου, Ζαγοραίου, Παπαδάκη, Πέτρο Αναγνωστάκη, Βοσκόπουλου, Μητσιά κ.α.,
υπογράφοντας αθάνατες επιτυχίες.
Μεγάλες του επιτυχίες: «Άλλα μου
λεν' τα μάτια σου», «Ένα σφάλμα έκανα» (Πόλυ Πάνου), «Αχ Μουσταφά» (Δούκισσα), «Είσαι η ζωή μου», «Μαντουμπάλα», «Πάρε τα χνάρια μου», «Στις φάμπρικες της Γερμανίας» (Καζαντζίδης), «Ντόλτσε Βίτα» (Ζαγοραίος), «Ίσως» (Τσετίνης) «Ψύλλοι στ΄ αυτιά μου» (Βοσκόπουλος), «Ω μάμμυ μπλου ρεμπέτισσα» (Ευσταθίου) κ.α
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ - Θόδωρος Δερβενιώτης
https://www.youtube.com/watch?v=AHu8LEBo6k4
Ω Μάμμυ μπλου ρεμπέτισσα
https://www.youtube.com/watch?v=6S3gV1Iyr8k
Στίχοι: Κώστας Βίρβος
Μουσική: Θεόδωρος Δερβενιώτης
Πρώτη Εκτέλεση: Δημήτρης Ευσταθίου - Μάρα Ληζ - Χορωδία (1972)
Από τον αγγλικός ιδιωματισμός "Am feeling blue" που σημαίνει είμαι στεναχωρημένος/λυπημένος