Τρεις Έλληνες ποδοσφαιριστές που δεν πήγαν στο EURO 2004
Εκλέκτορας Εθνικής Ομάδας: Όττο Ρεχάγκελ
1) Ο Ανδρέας (Άκης) Ζήκος (Αθήνα, 1 Ιουνίου 1974) είναι Έλληνας διεθνής παλαίμαχος ποδοσφαιριστής, ο οποίος αγωνιζόταν στο χώρο του κέντρου κυρίως με ανασταλτικά καθήκοντα. Προερχόμενος από τον ΑΣ Παπάγου, ξεκίνησε την καριέρα του στην Α΄ Εθνική αγωνιζόμενος στην Skoda Ξάνθη το 1993. Το 1998 πήρε μεταγραφή στην ΑΕΚ, με την οποία αγωνίστηκε 99 φορές σε 5 περιόδους (1998-2002) και κατέκτησε 2 κύπελλα Ελλάδας το 2000 και το 2002. Το καλοκαίρι του 2002 πήγε στη Γαλλία και υπέγραψε συμβόλαιο 3 ετών με τη Μονακό. Την πρώτη χρονιά η παρουσία του εκεί τερματίστηκε πρόωρα μετά τον τραυματισμό του στο γόνατο, τον Φεβρουάριο του 2003, πανηγύρισε ωστόσο την κατάκτηση του γαλλικού Λιγκ Καπ. Μετά το χειρουργείο και το διάστημα αποθεραπείας που ακολούθησε, επανήλθε στην ενεργό δράση την περίοδο 2003-04, κατά τη διάρκεια της οποίας έγινε ο πρώτος Έλληνας ποδοσφαιριστής που συμμετείχε σε τελικό Champions League (με τη Μονακό), στην ήττα της ομάδας του από την Πόρτο με 0-3. Το 2006 επέστρεψε στην ΑΕΚ στην οποία και έκλεισε την καριέρα του. Με την Εθνική ομάδα ο Ζήκος αγωνίστηκε 18 φορές συνολικά, από το 1996 μέχρι το 2001, χωρίς να πετύχει κάποιο γκολ. Η μη κλήση του Ζήκου στα γήπεδα της Πορτογαλίας είχαν πολλές πολλές συζητήσεις.
2) Ο Παρασκευάς Άντζας (Δράμα, 18 Αυγούστου 1976) είναι Έλληνας πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής, ο οποίος αγωνιζόταν ως κεντρικός αμυντικός. Η σταδιοδρομία του στο ποδόσφαιρο ξεκίνησε στον Πανδραμαϊκό στη Γ’ Εθνική το 1993. Το 1995 αποκτήθηκε από την Ξάνθη και τρία χρόνια αργότερα, το 1998 μεταγράφηκε στον Ολυμπιακό, όπου μέχρι το 2003 είχε 82 συμμετοχές σε αγώνες πρωταθλήματος, 18 στο Champions League και δύο στο κύπελλο UEFA σημειώνοντας και 1 γκολ. Στα μέσα της περιόδου 2003-04 αποχώρησε από τον Ολυμπιακό και ενώ ήταν βασικό του στέλεχος όπως και της εθνικής Ελλάδας, με την οποία είχε προκριθεί στα τελικά του Euro 2004 στην Πορτογαλία, ανακοινώνοντας αρχικά ότι αποσύρεται από το ποδόσφαιρο για σοβαρούς οικογενειακούς λόγους. Τελικά, το υπόλοιπο της περιόδου (2003-04) αγωνίστηκε στη Δόξα Δράμας, ενώ τα επόμενα τρία χρόνια φόρεσε ξανά τη φανέλα της Ξάνθης. Στον Ολυμπιακό επέστρεψε και πάλι το 2007 και παρέμεινε για δύο χρόνια, μέχρι το 2009 όταν και αποχώρησε, οριστικά αυτή τη φορά, από την ενεργό δράση. Στις 5 Μαΐου 2009, τρεις μέρες μετά τον τελικό κυπέλλου με την ΑΕΚ, ανακοίνωσε την αποχώρησή του μέσω της επίσημης ιστοσελίδας του Ολυμπιακού. Έχει κατακτήσει επτά (τα πέντε διαδοχικά) πρωταθλήματα και τρία κύπελλα.
3) Ο Λάμπρος Χούτος (Αθήνα, 7 Δεκεμβρίου 1979) είναι Έλληνας παλαίμαχος διεθνής ποδοσφαιριστής, ο οποίος αγωνιζόταν ως επιθετικός. Ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο από πολύ μικρός, αρχικά στην παιδική ομάδα του Αστέρα Πολύγωνου, όπου τον εντόπισαν οι ιθύνοντες του Παναθηναϊκού και του προσέφεραν θέση στις ποδοσφαιρικές ακαδημίες τους στην Παιανία. Δυο χρόνια αργότερα αναχώρησε για την Ιταλία ώστε να ενταχθεί στη Ρόμα Πριμαβέρα, εφηβική ομάδα της Ρόμα. Στον σύλλογο της ιταλικής πρωτεύουσας υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο το 1995 σε ηλικία 15,5 ετών. Παρέμεινε επί μία τετραετία, μια σειρά όμως τραυματισμών δεν τον βοήθησαν να καθιερωθεί. Τον Ιανουάριο του 2000 επανήλθε στην Ελλάδα για λογαριασμό του Ολυμπιακού, με κόστος μεταγραφής 3 εκατομμύρια ευρώ, παίζοντας το πρώτο του παιχνίδι στις 20 Φεβρουαρίου του 2000 στην εντός έδρας νίκη του Ολυμπιακού από του Απόλλωνα Σμύρνης με 2-0. Στον Ολυμπιακό αγωνίστηκε 4,5 περιόδους κατακτώντας 3 πρωταθλήματα Ελλάδας. Παρά τους σοβαρούς τραυματισμούς, το συγκεκριμένο διάστημα αποτέλεσε το πλέον σημαντικό της καριέρας του, καθώς εκείνη την περίοδο καθιερώθηκε στην εθνική Ελπίδων και κλήθηκε έπειτα στην αντίστοιχη των Ανδρών.
Πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με την Ελλάδα στις 16 Δεκεμβρίου 1999, λίγες ημέρες αφού συμπλήρωσε τα 20 και ως ποδοσφαιριστής της Ρόμα, σε έναν νικηφόρο φιλικό αγώνα με 2-0 επί της Μολδαβίας στη Λάρισα, όπου ο ομοσπονδιακός προπονητής Βασίλης Δανιήλ τον χρησιμοποίησε αλλαγή στη θέση του Θωμά Κυπαρίσση με την έναρξη του β' ημιχρόνου. Το πρώτο του τέρμα πέτυχε στις 29 Μαρτίου 2000 κατά τη δεύτερη μόλις συμμετοχή του, όταν μπαίνοντας πάλι ως αλλαγή διαμόρφωσε στο 88' το τελικό 2-0 του φιλικού με τη Ρουμανία στο ΟΑΚΑ. Σε διάστημα 11 μηνών σημείωσε 6 διεθνείς εμφανίσεις -δύο ως βασικός-, αλλά καμία τα επόμενα χρόνια 2001 και 2002, όντας η άτυχη διετία κατά την οποία υπήρξε σοβαρά τραυματισμένος. Εκ νέου κλήθηκε από τον Ότο Ρεχάγκελ σε μία φιλική συνάντηση στη Λάρνακα με την Κύπρο στις 29 Ιανουαρίου 2003, για να περάσει επίσης αλλαγή στο 46' και να χαρίσει τη νίκη με 2-1 στο 70'. Κατά την επόμενη συμμετοχή του, στις 30 Απριλίου για το φιλικό 2-2 με τη Σλοβακία στη Ζίλινα, πέτυχε 12' μετά την είσοδό του στο γήπεδο το τρίτο και τελευταίο τέρμα του για την Ελλάδα. Υπήρξε μέλος της ομάδας που προκρίθηκε στην τελική φάση του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος το 2004 και παρότι αγωνίστηκε μόνον στο κρίσιμο 1-0 επί της Ουκρανίας στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, συνέβαλε αποφασιστικά για τη νίκη όταν χρησιμοποιήθηκε με τους Χαριστέα και Τσιάρτα στην επανάληψη (δική του προσπάθεια μάλιστα στο 0-0, αποκρούστηκε πριν τη γραμμή). Τελικά, όμως, δεν επιλέχθηκε ως ένας από τους 23 Έλληνες παίκτες για τα γήπεδα της Πορτογαλίας, ενώ η τελευταία του διεθνής εμφάνιση πραγματοποιήθηκε στο φιλικό 2-1 επί της Σουηδίας στο Νόρκεπινγκ, τον επόμενο Αύγουστο από την κατάκτηση του Euro 2004.
.jpeg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου