22/6/13

Η Κορυφαία των Κορυφαίων Σωτηρία Μπέλλου (1921-1997)

29 Αυγούστου 1921 - 27 Αυγούστου 1997
Η Σωτηρία Μπέλλου παντρεύτηκε ενάντια στις επιθυμίες των γονιών της και ο γάμος της ήταν μια πραγματική καταστροφή: Ο άντρας της ήταν μέθυσος και, κατά τη διάρκεια ενός από τους ξυλοδαρμούς του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπο και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια στη φυλακή από τους οποίους τελικά εξέτισε μόνο τέσσερις μήνες. Μετά την αποφυλάκισή της επιστρέφει στην οικογένειά της, αλλά μετά από συζητήσεις και κατηγορίες των δικών της αποφασίζει να πάει στην Αθήνα το 1940, που βρισκόταν σε πλήρη ναζιστική κατοχή. Εκείνα τα χρόνια δεν είναι μόνο αγώνας για επιβίωση, αλλά και για την αντίσταση. Συνελήφθη, βασανίστηκε και κλείστηκε στη φυλακή.
Μηχανή του χρόνου -Σωτηρία Μπέλλου
https://www.youtube.com/watch?v=cDuddmCEzSY

Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι
http://www.youtube.com/watch?v=HIGn59StxKQ
Στίχοι- Μουσική: Απόστολος Καλδάρας (1947) 
Εκτέλεση: Σωτηρία Μπέλλου


Συννεφιασμένη Κυριακή
http://www.youtube.com/watch?v=QR03kMVUZ9k
Στίχοι: Νίκος Ρούτσος
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης
Εκτέλεση: Σωτηρία Μπέλλου
"Λίγα λόγια για την ιστορία αυτού του τραγουδιού.... Το τραγούδι αυτό το έγραψε ο παππούς ενός καλού μου φίλου... Εργαζόταν σε σιδηροδρομικό σταθμό ως σταθμάρχης τότε... Μία μέρα (Κυριακή) μάλωσε άσχημα με την μητέρα του και αποφάσισε να πάει πιο νωρίς στην δουλειά για να ηρεμήσει... Έκατσε σε ένα γραφείο, κοίταξε τον σκοτεινό ουρανό και ξεκίνησε να γράφει τους στίχους. Όταν το ολοκλήρωσε το έδωσε στον καλό του φίλο Τσιτσάνη... Λεφτά δεν πήρε ποτέ και ασφαλώς καμία αναγνωρισιμότητα" GIO ZOU

Ζεϊμπέκικο (Μ΄αεροπλάνα και βαπόρια) - 1972 Ντουέτο με Σαββόπουλο
http://www.youtube.com/watch?v=nO4DPePXOt8
Στίχοι-Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος
Εκτέλεση: Σωτηρία Μπέλλου
Από το δίσκο "Βρώμικο Ψωμί"

"Από τα πιο αγαπημένα και ίσως το πιο ανατρεπτικά ταιριαστό δίδυμο!!!" Zoi m

2 σχόλια:

  1. Μια από τις κορυφαίες τραγουδίστριες του λαϊκού και ρεμπέτικου ελληνικού τραγουδιού.

    Γεννήθηκε στο χωριό Δροσιά (παλ. ονομ. Χάλια) κοντά στη Χαλκίδα στις 22 Αυγούστου 1921. Ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της είναι τα "Συννεφιασμένη Κυριακή", "Τα Καβουράκια" και "Όταν πίνεις στην ταβέρνα" του Βασίλη Τσιτσάνη, με τις οποίες καθιερώθηκε ως κορυφαία λαϊκή τραγουδίστρια. Πέραν του Τσιτσάνη συνεργάστηκε και με πολλούς άλλους κορυφαίους συνθέτες, όπως με τον Γιάννη Παπαϊωάννου ("Άνοιξε, άνοιξε") και τον Απόστολο Καλδάρα ("Είπα να σβήσω τα παλιά").
    Η καριέρα της γνώρισε μια κάμψη στις αρχές της δεκαετίας του '60, όμως από το 1966 κέρδισε ξανά τη θέση της κορυφαίας ερμηνεύτριας του είδους έπειτα από συνεργασίες της με σύγχρονους έντεχνους συνθέτες όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος ("Ζεϊμπέκικο"), ο Ηλίας Ανδριόπουλος ("Μην κλαις") και ο Δήμος Μούτσης («Δε λες κουβέντα»).

    Τον Μάρτιο του 1993 αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, οπότε και διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο του φάρυγγα.Έχασε τη φωνή της και στις 27 Αυγούστου 1997 άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο Μεταξά.

    Παντρεύτηκε πολύ μικρή ενάντια στις επιθυμίες των γονιών της και ο γάμος της ήταν μια άμεση καταστροφή: Ο άντρας της ήταν μέθυσος και, κατά τη διάρκεια ενός από τους ξυλοδαρμούς, η Σωτηρία έριξε βιτριόλι στο πρόσωπό του, και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια στη φυλακή από τους οποίους τελικά εξέτισε μόνο τέσσερις μήνες. Μετά την αποφυλάκισή της επιστρέφει στην οικογένειά της, αλλά μετά από συζητήσεις και κατηγορίες των δικών της αποφασίζει να πάει στην Αθήνα το 1940, που βρισκόταν σε πλήρη ναζιστική κατοχή. Εκείνα τα χρόνια δεν είναι μόνο αγώνας για επιβίωση, αλλά και για την αντίσταση. Συνελήφθη, βασανίστηκε και κλέιστηκε στη φυλακή. Μετά την απελευθέρωση κι αφού έχει γνωρίσει την αγριότητα και τις εμφυλιοπολεμικές διώξεις, γνωρίζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη.
    Μετά τον εμφύλιο πόλεμο απελευθερώνεται και το 1947 προσελήφθη ως τραγουδίστρια σε ένα κέντρο διασκέδασης στην Αθήνα με τον Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος την ανακάλυψε ως αστέρι του οποίου τα τραγούδια είναι τα πιο σημαντικά του ρεπερτόριου της. Το 1948 μια ομάδα κακοποιών εισήλθαν στο χώρο και την ξυλοκοπάει με το χαρακτηρισμό «Βουλγάρα» (Κομμουνίστρια), χωρίς οι μουσικοί της να τολμήσουν να σηκωθούν από τις καρέκλες τους. Παρ 'όλα αυτά, σύντομα αναγνωρίζεται ως μία από τις καλύτερες ερμηνείες στα ρεμπέτικα. Μέχρι το 80 εξακολουθεί να συνεργάζεται με τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες αυτών των μουσικών ειδών σε πολλές συναυλίες και ηχογραφήσεις, αλλά υπέστη διάφορες κρίσεις και προβλήματα αλκοολισμού και κατάθλιψης.

    Η σπουδάια ηθοποιός Ντίνα Κώνστα υποδήθηκε στο σανίδι την Σωτηρία Μπέλλου στην παράσταση «Σωτηρία Μπέλλου, Η περιπλανόμενη ζωή μιας ρεμπέτισσας» στο θέατρο θέατρο Κάππα (για δύο σεζόν)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Για την πατρότητα των στίχων της «Συννεφιασμένης Κυριακής» έχουν γραφτεί πολλά. Ας δούμε τα σοβαρότερα.

    α. Πρώτα ας δούμε τι λέει ο δημιουργός της Βασίλης Τσιτσάνης στον Χατζηδουλή, 1979: «Κατά την περίοδο της κατοχής στη Θεσσαλονίκη εμπνεύστηκα και τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Και μου έδωσε την αφορμή ένα από τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις. Το κλίμα που μου ενέπνευσε τους στίχους, μού ενέπνευσε και τη μελωδία. Βγήκε μέσα από τη «συννεφιά» της κατοχής και την απελπισία που μας έδερνε όλους. Παρόμοια λέει και στον Λιάνη: «ήταν εκείνα τα καταραμένα Χριστούγεννα της κατοχής…[προφανώς του 1943]. Γύριζα από την ταβέρνα χαράματα [κι όμως, επί κατοχής, απαγορεύονταν τις νύχτες η κυκλοφορία] και πάνω στο παγωμένο χιόνι ήταν ακόμη ζεστό το παγωμένο αίμα κάποιου σκοτωμένου παλικαριού έξω από το σπίτι μου». Αν λοιπόν η «Συννεφιασμένη Κυριακή» άρχισε να γράφεται στη Θεσσαλονίκη τα Χριστούγεννα του 1943, το τέλος της άργησε πολύ. Αποπερατώθηκε στην Αθήνα περί τα τέλη τού 1948. Δηλαδή μεσολάβησαν πέντε χρόνια γιατί, φαίνεται, το τραγούδι δεν του «έβγαινε». Ο ίδιος λέει (Χατζηδουλής,1979): «βασανίστηκα περίπου ένα χρόνο (κυρίως ως προς τη μελωδία τού τρίτου στίχου).» Στο θέμα της δυστοκίας ο Τσιτσάνης επανέρχεται και στη συνέντευξή του προς τον Gauntlett: «Την πιο μεγάλη κούραση και στενοχώρια μού έδωσε η «Συννεφιασμένη Κυριακή». Δεν μπορούσα να βρω μια επαναληπτική λέξη τρισύλλαβο. Τελικά η λέξη βγήκε από το ίδιο το κείμενο: «που έχει πάντα συννεφιά – συννεφιά». Η υπογραμμισμένη λέξη είναι η ζητούμενη. Κάθε άλλη αντ’ αυτής ήταν αρνητική μουσικώς».

    β. Το 1975 εμφανίζεται ως στιχουργός τής «Συννεφιασμένης Κυριακής» ο Λαρισινός στιχουργός και συνεργάτης τού Τσιτσάνη Αλέκος Γκούβερης. Δυο χρόνια αργότερα θέτει το θέμα αναλυτικά ο Σχορέλης, που δεν έτρεφε καλά αισθήματα για τον Τσιτσάνη, στο γνωστό βιβλίο του «Ρεμπέτικη Ανθολογία». Γράφει: «Τους στίχους έγραψε το 1947 ο Αλέκος Γκούβερης. Κάποια Κυριακή έχασε στο ποδόσφαιρο η Α.Ε. Λαρίσης κι ο Γκούβερης, φανατικός οπαδός της, έγραψε τους στίχους. Ο Τσιτσάνης έκανε μια διόρθωση στον τρίτο στίχο του πρώτου τετράστιχου. Ούτε κατοχές, ούτε σκοτωμένα παλικάρια». Ο Τσιτσάνης δεν απάντησε, ίσως για να μη θίξει τον παλιό του φίλο. Αργότερα, σε μια συνέντευξη του στον Γεραμάνη, παραδέχτηκε ότι οι στίχοι έγιναν σε συνεργασία με το φίλο του Αλέκο Γκούβερη από τη Λάρισα. Τέλος, πολύ αργότερα, στο αφιέρωμα του «Ταχυδρόμου» για τα εικοσάχρονα από το θάνατο του Τσιτσάνη, ο Χατζηδουλής δημοσίευσε μία σημαντική και διαφωτιστική «δήλωση» του Γκούβερη, γραμμένη στην Αθήνα στις 17.9.1947, σύμφωνα με την οποία ο Γκούβερης λέει: «συνέβαλα στην αποπεράτωση των στίχων με την προσθήκη ενός και μόνο κουπλέ», δήλωση που ανατρέπει και διαψεύδει τον Σχορέλη. Στο ίδιο τεύχος ο Χατζηδουλής προσθέτει και ένα νέο στοιχείο, ότι η ποδοσφαιρική ομάδα Α.Ε. Λαρίσης είχε δημιουργηθεί αρκετά χρόνια μετά το γράψιμο της «Συννεφιασμένη Κυριακής».

    Πρώτη γραμμοφώνηση: 1948 με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και τη Σωτηρία Μπέλλου. Ο Τσαουσάκης, από λάθος, αντί να πει «πλακώνεις», όπως ήταν η αρχική γραφή, είπε «ματώνεις», που άρεσε στον Τσιτσάνη και το χρησιμοποίησε.

    Το 1959 η «Συννεφιασμένη Κυριακή» έγινε και ταινία από τον Γιώργο Ζερβουλάκο, με τον τίτλο «Για το ψωμί και τον έρωτα», με τη Δάφνη Σκούρα και τον Μιχάλη Νικολινάκο. Ο Τσιτσάνης έγραψε για την ταινία δύο τραγούδια που τα τραγουδάει η Λάουρα.

    Τον τίτλο της «Συννεφιασμένης Κυριακής» ο Τσιτσάνης τον εμπνεύστηκε από τον τίτλο ενός μουσικού κομματιού κάποιου Ούγγρου συνθέτη, που ήταν «θλιμμένη Κυριακή» [JF σημ. «Gloomy Sunday», Rezső Seress,1933]. Κατά τον ίδιο τον Τσιτσάνη, ο αρχικός τίτλος, ήδη από την περίοδο της γερμανικής κατοχής, ήταν «Ματωμένη Κυριακή».

    Η ιστορία της "Συννεφιασμένης Κυριακής" έτσι όπως την καταγράφει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στο βιβλίο του "Ανθολογία τραγουδιών τού Βασίλη Τσιτσάνη", εκδόσεις Ιανός.

    Πηγή jumpingfish.gr

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Συνολικες Προβολες